«Ιδιωτικοποιήσεις: το τέλειο έγκλημα είναι αυτό….που είναι νόμιμο»

Άρθρο του Προέδρου Δημοτικού Συμβουλίου της Φαρκαδόνας κ. Ηλία  Καραμάνου 

«Η ΔΕΗ   και   η   ΕΥΔΑΠ  φεύγουν,   η   POWER  και  η  ULEN έρχονται…»

Με αφορμή την πρόσφατη εξαγορά της ΤΡΑΙΝΟΣΕ από το ιταλικό δημόσιο,  την παραχώρηση του Ελληνικού σε αραβικά και τούρκικα κεφάλαια και του ΟΛΠ σε κινέζικα συμφέροντα, το ξεπούλημα των ελληνικών αεροδρομίων στα γερμανικά κεφάλαια και την εξαγορά των δανείων των σπιτιών μας από τα ξένα funds και αν θυμηθούμε  πιο παλιά τις ιδιωτικοποιήσεις της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, της ΕΥΔΑΠ, των ΕΛΤΑ και άλλων δημόσιων επιχειρήσεων, ανακύπτει ένα ερώτημα:

Μήπως επιστρέφουμε  σε νέες POWER και νέες ULEN; Μπορεί να μοιάζει απλοϊκό το ερώτημα, ακούγεται όμως όλο και πιο έντονα καθώς η κυβέρνηση, κάτω από  τις εντολές της Ε.Ε. και των θεσμών, προχωράει στην περαιτέρω και πλήρη ιδιωτικοποίηση νευραλγικής σημασίας επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας.

Για την ιστορία το 1900 είχε ιδρυθεί  η “ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ  ΕΤΑΙΡΕΙΑ συστήματος Thompson – Houston” (EHE) από την πολυεθνική “Thompson – Houston της Μεσογείου”, την Εθνική Τράπεζα και άλλους επιχειρηματίες, η οποία πριν είχε  εξαγοράσει την ΓΕΝΙΚΗ   ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΨΙΩΝ  (ΓΕΕ) από το ελληνικό δημόσιο.

 

Το 1926 η ΕΗΕ μεταβιβάζει τα δικαιώματά της για την ηλεκτροδότηση της Αθήνας στην αγγλική εταιρεία “Power & Traction”, η οποία ιδρύει αρχικά δύο εταιρείες, την “ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ   ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ” (ΗΕΠ), και την “ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ    ΕΤΑΙΡΕΙΑ    ΔΙΑΝΟΜΗΣ” (ΗΕΔ), που συγχωνεύθηκαν λίγο αργότερα στην “ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ    ΕΤΑΙΡΕΙΑ    ΑΘΗΝΩΝ    ΠΕΙΡΑΙΩΣ” (ΗΕΑΠ).
Το 1953 ιδρύεται η “ΔΗΜΟΣΙΑ   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ   ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ” (ΔΕΗ) και ξεκινάει η διαδικασία ενσωμάτωσης των διάσπαρτων ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σε ενιαίο, εθνικής κλίμακας δίκτυο, διαδικασία που θα ολοκληρωθεί ύστερα από 20 περίπου χρόνια. Μεταξύ 1953 και 1968, η ΔΕΗ εξαγόρασε σταδιακά περίπου 415 διαφορετικές επιχειρήσεις παραγωγή και διανομής ρεύματος σε όλη την Ελλάδα.

Την ίδια περίπου εποχή γύρω στο 1925  υπογράφτηκε μια  δεύτερη σύμβαση μεταξύ της τότε κυβέρνησης, της αμερικανικής εταιρείας ULEN και της Τράπεζας Αθηνών για την κατασκευή έργων ύδρευσης στην πρωτεύουσα. Προέβλεπε την ίδρυση της «Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των πόλεων Αθηνών- Πειραιά και Περιχώρων» – με μετόχους την ULEN (50%) και την Τράπεζα Αθηνών (50%)- η οποία και θα αναλάμβανε τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των έργων που θα κατασκεύαζε, για 22 έτη- αυτή τουλάχιστον ήταν η αρχική προθεσμία.

Το ’74, τελικά, οι Αμερικανοί θα πουλήσουν το μερίδιό τους στον έτερο μέτοχο, που ήταν πλέον η Εθνική Τράπεζα.

Το 1914 η διεύθυνση ΤΤΤ (Ταχυδρομεία, Τηλεφωνία, Τηλέγραφος) εντάχθηκε στο νεοσύστατο υπουργείο Συγκοινωνιών – τον «πρόγονο» του σημερινού υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων- επί της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου, αποτελώντας μία από τις τρεις διευθύνσεις του (Σιδηρόδρομοι, Δημόσια Έργα, ΤΤΤ), ενώ το 1922 η διεύθυνση ΤΤΤ αποτέλεσε για μία και μόνο χρονιά αυτοτελές υπουργείο.

Το 1926 η αστική τηλεφωνία εκχωρήθηκε με σύμβαση παραχώρησης στην New Antwerp Telephone & Electrical Works, η οποία εξαγοράστηκε το 1930 από την Siemens & Halske. H Siemens απέκτησε έτσι το δικαίωμα της ανάπτυξης και εκμετάλλευσης της τηλεφωνίας στις αστικές περιοχές.

Το 1931 η Siemens ίδρυσε την Ανώνυμη Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία (ΑΕΤΕ) και ανέλαβε την αυτόματη τηλεφωνία, ενώ στην αγγλική Eastern Telegraph παραχωρήθηκε η ασύρματη και ενσύρματη τηλεγραφία.

Στην κρατική διεύθυνση ΤΤΤ απέμεινε η χειροκίνητη υπεραστική και διεθνής τηλεφωνία και τα μικρά αστικά κέντρα, καθώς και τα τηλεγραφήματα εσωτερικού.

Το 1946, επί της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, το δημόσιο απέκτησε το 75% των μετοχών της ΑΕΤΕ, ενώ το 1949, επί του Αλέξανδρου Διομήδη ιδρύθηκε ο ΟΤΕ που απορρόφησε όλες τις τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες.

Στις  4/8/1949  αποφασίστηκε από το υπουργικό συμβούλιο η ίδρυση μιας ανώνυμης εταιρείας, του Ο. Τ. Ε.. Με νόμο αποζημιώθηκαν οι μέτοχοι της «Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Τηλεφώνων» (ΑΕΤΕ) και έτσι οι εγκαταστάσεις της περιήλθαν στον έλεγχο του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο μεταβίβασε την κυριότητά τους στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος.

Βέβαια, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, το 2008 αποφασίστηκε η πώληση μεριδίου των μετοχών του Ο.Τ.Ε. στη γερμανική εταιρεία Deutsche Telekom  και το 2011 η μνημονιακή κυβέρνηση δρομολόγησε τις διαδικασίες για πλήρη αποκρατικοποίηση του Οργανισμού.

Ίσως να είναι μακροσκελής η ιστορική αναδρομή, αλλά τη θεωρώ απαραίτητη αφού τα ερωτήματα που περιμένουν απάντηση είναι ευνόητα.

Γιατί διαχρονικά χάνονται και φεύγουν από τα ελληνικά χέρια όλα τα ελληνικά περιουσιακά μας στοιχεία;

Γιατί όλες οι μέχρι τώρα  ελληνικές κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να τα κρατήσουν και να τα αξιοποιήσουν προς όφελος των Ελλήνων πολιτών;

Γιατί οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις φάνηκαν ανεπαρκείς στη διαχείριση της ελληνικής περιουσίας κινητής και ακίνητης;

Γιατί να μπερδεύονται και να μας μπερδεύουν τόσα χρόνια με νόμους επί νόμων, με υπουργικές φωτογραφικές αποφάσεις, με προεδρικά διατάγματα, με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, με γραφειοκρατικά κόλπα και τερτίπια, με αδιαφανείς, διαπλεκόμενες  και δολοπλόκες διαδικασίες;

Γιατί να μην προσπαθούν να πατάξουν τη διαφθορά, αλλά απεναντίας να τη καλύπτουν και στις περισσότερες των περιπτώσεων να την νομιμοποιούν π.χ. offshore- εξωχώριες εταιρείες;

Και στο τέλος είναι μόνο οι κυβερνήσεις υπεύθυνες, είναι μόνο το κράτος και οι ψηφοφόροι με τις επιλογές τους υπεύθυνοι ή φταίει και κάτι άλλο;

Διαβάζοντας την παραπάνω σύντομη ιστορική αναδρομή αντιλαμβάνεται κάποιος πως διαχρονικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ελληνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών πέρασε αρχικά από τα ελληνικά χέρια στους ιδιώτες και κάποια στιγμή, με δυσβάσταχτο όμως τίμημα,  ξαναγύρισε σε μας (κρατικοποιήσεις).

Ο λόγος που επέστρεψαν σε ελληνικά χέρια ήταν προφανής. Διότι, όσο βρίσκονται σε ελληνικά χέρια, πονάνε περισσότερο το τόπο, νοιάζονται  και φροντίζουν περισσότερο τον Έλληνα πολίτη.

Για σκεφτείτε όμως τι έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Είχαμε την ΠΑΟΥΕΡ, την ΟΥΛΕΝ, τα Τ.Τ.Τ.(Ταχυδρομεία, Τηλεφωνία, Τηλέγραφος) σε ξένα χέρια. Το μόνο που έκαναν, ήταν να κερδίσουν όσα περισσότερα μπορούσαν, να εισπράξουν όσα περισσότερα οφέλη γινόταν από το ελληνικό καταναλωτικό κοινό και στο τέλος μη έχοντας να πάρουν κάτι άλλο, φροντίζοντας να τις υπερχρεώσουν και από πάνω, τις πούλησαν στο ελληνικό δημόσιο και μάλιστα πανάκριβα.

Αυτοί λοιπόν «καθάρισαν» όμορφα και ωραία και με το αζημίωτο, ενώ το ελληνικό κράτος τις παρέλαβε και έφτιαξε τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τον ΟΤΕ, τα ΕΛΤΑ.

Και φυσικά δεν πρέπει να αγνοούμε και τους αντίστοιχους έλληνες ιδιώτες, που με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κινήθηκαν και συμπεριφέρθηκαν. Κλασικά παραδείγματα ΠΕΣΙΝΕ, Ολυμπιακή, ΑΓΕΤ Ηρακλής, Πειραϊκή Πατραϊκή, Πυρκάλ, Σκαραμαγκάς, ΟΣΕ και άλλοι. Έκαναν ότι έκαναν, πήραν όσα μπορούσαν να πάρουν, σήκωσαν όσα δάνεια μπορούσαν να σηκώσουν και στο τέλος κήρυξαν και μια πτώχευση. Και έρχεται το ελληνικό δημόσιο, δηλαδή ο Έλληνας πολίτης  και τις κρατικοποιεί,  προσπαθώντας να αποφύγει την απανθρωπιά της ανεργίας των εργαζόμενων που θα προέκυπτε από τις πτωχευμένες εταιρείες.

Και εδώ φαίνεται η αδυναμία, η ανικανότητα και η ανεπάρκεια των κυβερνήσεων να διαχειριστούν την ελληνική περιουσία. Τι έκαναν; Πήραν τις επιχειρήσεις και τις μετέτρεψαν σε βιομηχανίες διορισμών, προμηθειών, μιζών, πελατειακών σχέσεων, διαπλοκής, διαφθοράς, αδιαφάνειας. Και στο τέλος τι κατάφεραν; Οι ίδιες επιχειρήσεις να ξαναπληρωθούν από τους μόνιμους τροφοδότες και τα μόνιμα θύματα, εμάς τους πολίτες. Ε, πώς να μην χρεωθεί η χώρα μετά; Πώς να μη φτάσει στο χείλος του γκρεμού;  Πώς να μη ναυαγήσει;

Άντε και τις ιδιωτικοποιήσαμε πουλώντας τες ή καλύτερα ξεπουλώντας τες. Ποιο θα είναι το κέρδος μας ως χώρα;

Ξεπούλησαν τη διώρυγα της Κορίνθου. Αλλά αυτό σε τι απομάκρυνε τα «κουρέματα»;

Ξεπούλησαν τους οδικούς άξονες της χώρας. Αλλά αυτό σε τι συνέβαλε για τον «κατευνασμό των αγορών»;

Να θυμίσω ότι, μέχρι το 2004, δηλαδή μια ολόκληρη πενταετία πριν από την εκδήλωση της κρίσης, αρκετά χρόνια πριν αρχίσουν να επικαλούνται προσχηματικά το χρέος για να κόβουν μισθούς και συντάξεις, να διαλύουν τις εργασιακές σχέσεις και να καταργούν ό,τι απέμεινε από το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας», το ΠΑΣΟΚ είχε διαπράξει τα εξής:

Ξεπούλησε το 48,5% της ΔΕΗ.

Ξεπούλησε το 38% της ΕΥΔΑΠ.

Ξεπούλησε το 64% από τα «Ελληνικά Πετρέλαια».

Ξεπούλησε το 49% του ΟΠΑΠ.

Ξεπούλησε το 92% της Εθνικής Τράπεζας.

Παρέδωσε το αεροδρόμιο των Σπάτων στους Γερμανούς.

Παρέδωσε τη γέφυρα του Ρίου στους Γάλλους.

Παρέδωσε την Αττική Οδό στον Μπόμπολα κ. ο. κ.

Το αποτέλεσμα ήταν όλες αυτές οι εκποιήσεις – που πάντα βαφτίζονται «αξιοποίηση» – σε τίποτα να μην εμποδίσουν την εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Το ερώτημα, δε, που ποτέ δεν απαντήθηκε ήταν: Πόσο στοίχισε στην κοινωνία της εργασίας και του μόχθου το ιδεολόγημα περί «λιγότερου κράτους», που ΠΑΣΟΚ και ΝΔ διακινούν από τη δεκαετία του ‘80 για να ρημάζουν και να παραδίδουν τη δημόσια περιουσία στα «συμφέροντα» ντόπια ή ξένα;

Πείτε ότι έρχεται η Ferrovie Dello Stato Italiane S.p.A. που  εξαγόρασε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Τι λέτε να γίνει με τα φτηνά εισιτήρια των ανέργων και των αναξιοπαθούντων;

  Τα κοινωνικά τιμολόγια της ΔΕΗ θα συνεχίσουν να υφίστανται, οι ρυθμίσεις  των απλήρωτων ληγμένων λογαριασμών θα ισχύσουν ή το ρεύμα θα κόβεται μετά  τη προθεσμία λήξης του;

   Θα επιτρέπουν την ελεύθερη πρόσβαση των Ελλήνων πολιτών στις παραλίες του Ελληνικού ή του Αστέρα;

  Σκέφτηκε κανείς τους απολυμένους της Ηλεκτρονικής, του Μαρινόπουλου και των τόσων επιχειρήσεων που έχουν κλείσει ή που πρόκειται να κλείσουν, τι θα συμβεί με τα στεγαστικά τους δάνεια, μόλις η Εθνική Τράπεζα περάσει στα χέρια ιδιωτών, αφού αυτόματα τα δάνειά τους μετατρέπονται σε κόκκινα;

   Και μαζί με τα παραπάνω έχουμε στη πλάτη μας και τη «τάξη των δήθεν συνδικαλιστών» που έχουν εδραιωθεί στις διευθύνσεις και στις διοικήσεις όλων των εταιρειών και των νομικών προσώπων του δημοσίου και τους ακριβοπληρώνουμε μάλιστα.

   Είναι δυνατόν να υπάρξει και να λειτουργήσει ένα κράτος όταν καμία από τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές δεν παράγει έργο;

  Ανύπαρκτη βιομηχανία, μηδενική έρευνα, τουρισμός στα όρια της «αρπαχτής», υποτυπώδεις μεταφορές, υποτονική εμπορική δραστηριότητα, γεωργική παραγωγή στο ναδίρ, διαλυμένη εκπαίδευση, ξεπουλημένη ενέργεια.

  Αν καταφέρει κάποιος και δημιουργήσει ένα όραμα για το τόπο, που να συνδυάζει τα θετικά ενός χρήσιμου, ευέλικτου και κοινωνικού δημόσιου  με έναν αποτελεσματικό και υγιή ιδιωτικό τομέα, ίσως να ελπίζουμε κάποια στιγμή σε κάτι.

   Την καραμέλα του δημόσιου χρέους την αξιοποιούν  ως πρόσχημα για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Υποτίθεται ότι με την ιδιωτικοποίηση, αφενός θα εισρεύσουν έσοδα στα ταμεία του κράτους και  αφετέρου το κράτος θα απαλλαγεί από δαπάνες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων που θα έχουν ιδιωτικοποιηθεί.

Με αυτό τον τρόπο – όπως ισχυρίζονται τα προπαγανδιστικά επιτελεία της εκποίησης – το δημόσιο χρέος θα μειωθεί και μαζί του θα εκλείψουν και τα αίτια της λιτότητας. Μέχρι τότε, όμως, και για όσο θα υπάρχει δημόσιο χρέος, η λιτότητα είναι μια «αναγκαία» πολιτική.

Επομένως – σύμφωνα με την ίδια θεωρία – είναι προς το συμφέρον του λαού που υφίσταται τη λιτότητα να γίνουν οι ιδιωτικοποιήσεις, αφού έτσι θα μειωθεί το χρέος και θα πάψει να υπάρχει η λιτότητα.

Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, αφού στη Βρετανία- όπου πριν από τριάντα χρόνια εφαρμόστηκε αυτό το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων- έχουμε εντελώς αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Συνολικά το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος της Βρετανίας ήταν το 1980 στο 160% του ΑΕΠ της και σήμερα το συνολικό χρέος της χώρας έχει υπερδιπλασιαστεί και ξεπερνά το 400% του ΑΕΠ της.

Άρα δεν ξεπουλούν για να «μειώσουν» το χρέος ή τα ελλείμματα. Αντίθετα: Όσο περισσότερο ξεπουλούν – στη Βρετανία, στην Ελλάδα, οπουδήποτε – τόσο περισσότερο το χρέος αυξάνεται!

Το δημόσιο χρέος, με ή χωρίς ιδιωτικοποιήσεις, συνεχίζει να αποτελεί «ξεπούλημα του κράτους» και  να αξιοποιείται σαν  ένας «από τους πιο δραστικούς μοχλούς της συγκέντρωσης» των  κεφαλαίων μέσα από την κλοπή της περιουσίας του λαού.