«ΛΑΘΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»

wilde

Του Ηλία Καραμάνου, προέδρου δημοτικού συμβουλίου Φαρκαδόνας

Λέει ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Αρκεί ένα λεπτό για να ερωτευθείς, μια ώρα για να συμπαθήσεις και μια μέρα για ν’ αγαπήσεις. Όμως μια ολόκληρη ζωή δεν αρκεί για να ξεχάσεις».

   «Λάθος, γιατί υπάρχουν και οι Έλληνες».

Και δεν πρόλαβε να περάσουν ούτε δέκα χρόνια από το 2008, έναρξη της ύφεσης, για να ξεχάσουμε το τι μας συνέβη τα τελευταία έξι χρόνια.

Πηγαίνουμε σιγά-σιγά αλλά σταθερά προς την τελευταία ταπεινωτική μας ήττα, δηλαδή στην πλήρη και καθολική υποταγή μας στις απαιτήσεις των δανειστών.

Δεν ξέρεις πλέον ποιον και τι να πιστέψεις. Ότι είχαν να πουν το είπαν, ότι είχαν να κάνουν το έκαναν (Δεν έμειναν και πολλά, ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό).

Σκέφτεσαι μερικές φορές και λες αξίζει να ασχολείσαι, αξίζει να αντιστέκεσαι;

Λέει κάποιος: «Αν θες να αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον εαυτό σου».

Αλλά από ότι φαίνεται οι πολίτες δεν θέλουν να αλλάξουν παρά τις τόσες κοροϊδίες που έχουν δεχτεί. (ίσως 400.000 χιλιάδες συμμετείχαν στις τελευταίες προκριματικές, ή ο άλλος ήθελε να κερδίσει αυτοδύναμα τις εκλογές, ή σκίσιμο μνημονίων, ή βάφτισμα μνημονίων μεταρρυθμίσεις, ή τελειώνουμε με το παλιό και πόσα άλλα… ).

Είμαστε ότι καλύτερο υπήρξε ποτέ, ένας λαός «βολικός και ευκολόπιστος» που δέχεται αδιαμαρτύρητα τα πάντα.

Έχω την αίσθηση ότι είμαστε τόσο «Νάρκισσοι» που αρκετοί από μας «περπατάμε και ζηλεύουμε τη σκιά μας» ή κοιτάζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και «τον θαυμάζουμε».

Προσωπικά θεωρώ πως για τους περισσότερους και για μένα προσωπικά, η «δεύτερη φορά Αριστερά» ήταν ο τελευταίος εμπαιγμός που δεχτήκαμε, αλλά όχι όμως και το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της ελληνικής κοινωνίας.

Εκεί που λες ότι βρέθηκε ο πάτος του βαρελιού, κάτι καινούργιο έρχεται και αμέσως αναθεωρείς.

Και υπήρχε η δυνατότητα να αλλάξει κάτι στον κόσμο, στη ζωή μας, αλλά προτιμήσαμε να «σώσουμε το τομάρι μας».

Άρα δεν αξίζει να ασχολείσαι.

Λίγο-πολύ γνωρίζαμε τι άνθρωποι είμαστε και πριν από την κρίση. Ίσως να δημιουργήσαμε, επειδή έτσι μας άρεσε ή επειδή αυτό θέλαμε, μεγάλες προσδοκίες, αλλά τόσο «σκύψιμο», τέτοια «υποταγή», τόσο «ραγιαδισμό»;

Μα τέτοια διγλωσσία, τόσος ωχαδερφισμός, τέτοια μετάλλαξη;

Από τη μια νταούλια, ζουρνάδες, κλαρίνα και από την άλλη τόση δουλοπρέπεια, ούτε ένα όχι; «Το μόνο ΟΧΙ που ακούστηκε ήταν αυτό του Καλοκαιριού και αυτό από το λαό».

Είναι δυνατόν να καθόμαστε στη γωνία και να τρώμε το «σανό» που ταΐζουν Καραμανλής και Τσίπρας; Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτοί οι δύο συνεννοούνται μεταξύ τους για να μην αλλάξει τίποτα, για να διαχειρίζονται οι ίδιοι την εξουσία και να μην αφήσουν κανέναν άλλο να δοκιμάσει.

Από τη μία λοιπόν έχουμε τον Τσίπρα ο οποίος δεν μπορεί να κυβερνήσει, ό,τι θέλει να κάνει του το απορρίπτουν οι ξένοι, δεν έχει αντιληφθεί ούτε πώς λειτουργεί η Ευρώπη, ούτε πού πρέπει να πάει τη χώρα και ουσιαστικά πρωθυπουργεύει τηλεοπτικά.

Από την άλλη, έχουμε τον Καραμανλή να προσπαθεί να «κανονίσει» ποιος θα γίνει αρχηγός της Ν.Δ., έχοντας κυρίως ως στρατηγική να μην αλλάξει τώρα η ηγεσία και να μην μπει κανένας νεότερος, ώστε αν τελικά το αποφασίσει κάποια στιγμή, να αναλάβει ξανά εκείνος. Αυτή εξάλλου είναι και η στρατηγική όλων των στελεχών της Ν.Δ. κάτω των 50 ετών, που δεν θέλουν να μπει κανένας άλλος εκτός του Μεϊμαράκη στην ηγεσία του κόμματος για να μην τους… κόψει το μέλλον.

Έλεγε ο Αϊνστάιν: «πως δυο πράγματα τείνουν προς το άπειρο, χωρίς να είναι τόσο σίγουρος για το σύμπαν όσο για την ανθρώπινη βλακεία».

Και εμείς με κάθε τρόπο τον επιβεβαιώνουμε καθημερινά.