28η Οκτωβρίου: Ο πόλεμος που κερδήθηκε από την 1η μέρα…

Οι Ελληνες έγραψαν το έπος της Αλβανίας γιατί ήταν μία «γροθιά» και οι Ιταλοί πίστευαν λανθασμένα πως θα έκαναν στρατιωτικό περίπατο. Το G-Weekend Journal γράφει τι συνέβη εκείνα τα χρόνια, εκτός του πεδίου των μαχών…

Ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου. Ανατριχίλα. Την Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας ξυπνούν οι σειρήνες του πολέμου. Η μικρή στο δέμα Ελλάδα καλούνταν να υπερασπιστεί την ακεραιότητά της απέναντι σε μία υπερδύναμη της εποχής, την Ιταλία. Το πρώτο ανακοινωθέν ήταν ξεκάθαρο.  «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5:30 πρωινής σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σε έναν πόλεμο όμως, που κερδήθηκε από την πρώτη στιγμή που ο Μουσολίνι αποφάσισε να κάνει το… απονενοημένο διάβημα και να επιτεθεί ύπουλα – πριν καν εκπνεύσει το τελεσίγραφο που είχε επιδώσει η χώρα του – στον τόπο που γέννησε τη δημοκρατία. Ακούγεται ρομαντικό, ίσως υπερβολικό, αλλά εκείνες τις ημέρες ίσως και να γράφτηκαν οι ωραιότερες σελίδες του γένους μας.

Οχι γιατί πετύχαμε στο πεδίο της μάχης κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο, αλλά επειδή για πρώτη φορά ήμασταν ενωμένοι. Πάντα οι έριδες ήταν εκείνες που μας χαρακτήριζαν ως έθνος, αλλά εκείνο το φθινόπωρο άπαντες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για την εποποιία. Βασιλόφρονες, αντιβασιλόφρονες, δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί, βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί, άρχουσα, μεσαία και κατώτερη τάξη…όλοι εκείνο το πρωινό ήταν μία γροθιά.  Την ιστορία έγραψαν ο Ελληνας μικροαστός, εργάτης, αγρότης, δημόσιος υπάλληλος και ελεύθερος επαγγελματίας.

Ο Τερζάκης έχει γράψει χαρακτηριστικά ότι «η φτώχεια όταν πηγαίνει να σκοτωθεί για μια ιδέα, για το φιλότιμο, τραγουδάει». Τον βαθμό της συσπείρωσης που υπήρξε, κυρίως μετά τον άνανδρο τορπιλισμό της Ελλης, περιέγραψε και ο Εμανουέλε Γκράτσι, πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα τα ταραγμένα εκείνα χρόνια. «Το έγκλημα της Τήνου είχε ως αποτέλεσμα, για να μην πω ότι έκανε το θαύμα, να δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, ήταν πλέον σίγουροι πως η πατρίδα τους είχε μόνο έναν εχθρό, την Ιταλία. Και πως θα ήταν προτιμότερο να τον αντιμετωπίσουν με ανδρισμό, παρά να υποχωρήσουν μπροστά σε έναν εχθρό που μεταχειρίζονταν τέτοια μέσα».

Ανεξάρτητα πεποιθήσεων ή πολιτικών αποχρώσεων, τα στρατολογικά γραφεία κατακλύστηκαν από κόσμο. Οι στολές δεν έφταναν για όλους και τα τρένα αναχωρούσαν κατάμεστα για το μέτωπο. Ολοι έκρυβαν μέσα τους έναν Αναστάσιο Χαραλαμπόπουλου. Η ιστορία του συγκλονίζει. Κρύφθηκε στις αποσκευές της αμαξοστοιχίας που μετέφερε τον πατέρα του στην πρώτη γραμμή και ανακαλύφθηκε μόλις εκείνη έφτασε στον προορισμό της. Ηταν μόλις 13 ετών. Τον κράτησαν στον λόχο και τον ακολούθησε μέχρι την Κορυτσά! Εκεί αρρώστησε και φιλοξενούνταν μέχρι να αναρρώσει σε κάποιο σπίτι της πόλης, όπου και ανακάλυψε έναν Αλβανό κατάσκοπο. Τότε του απονεμήθηκε ο βαθμός του δεκανέα!

Την ίδια στιγμή οι γυναίκες της Ηπείρου έγραφαν τα δικά τους χρυσά γράμματα στην ιστορία του πολέμου. Εκεί όπου οι συνεργάτες του Μουσολίνι πίστευαν ανόητα πως ο τοπικός πληθυσμός θα υποδέχονταν τα ιταλικά στρατεύματα ως απελευθερωτές, εκείνα βρέθηκαν αντιμέτωπα με την καλύτερη διοικητικά μέριμνα που μπορεί να υπάρξει για κάποιον μάχιμο. Τους ντόπιους.

Τα «όνειρα» των φασιστών πήγαζαν από την ουτοπία της Τσαμουριάς, αλλά οι Ηπειρώτες τους έδωσαν την απάντηση που άρμοζε. Μάλιστα οι εισβολείς ήταν τόσο σίγουροι για την παραπάνω θεωρία, που αποφάσισαν να επιτεθούν χειμώνα, ώστε να συμπέσει η έναρξη των εχθροπραξιών με την «Πορεία προς τη Ρώμη», η οποία είχε διαρκέσει από τις 22 ως τις 28 Οκτωβρίου του 1922 και έφερε τον Ντούτσε στην εξουσία. Οι κάτοικοι ανέλαβαν σε μεγάλο βαθμό τη σίτιση των στρατιωτών, την περίθαλψή τους και παραχώρησαν τους ημιόνους και άλογα που βρίσκονταν στην κατοχή τους.

Ορισμένοι παλιοί έχουν να λένε μία ιστορία, για το πώς έγινε η ζεύξη με γέφυρα στον ποταμό Βογιούσα ή Αώος. Οι άνδρες του μηχανικού ήταν λίγοι και δεν μπορούσαν να την σταθεροποιήσουν, λόγω των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν. Τότε κάτοικοι των γύρω χωριών – κυρίως γυναίκες και έφηβοι – αψήφησαν τις χαμηλές θερμοκρασίες και τους δυνατούς ανέμους.

Βούτηξαν στα παγωμένα νερά και δημιούργησαν μία ανθρώπινη αλυσίδα, ώστε να ανακόψουν την ορμή τους, μέχρι οι στρατιωτικοί να ολοκληρώσουν το έργο τους. Λίγο καιρό αργότερα, στο χωριό Λίμνη έχει καταγραφεί ότι γυναίκες που πιάστηκαν αιχμάλωτες από Ιταλούς, εξεγέρθηκαν στη θέα Ελλήνων στρατιωτών που έρχονταν προς βοήθειά τους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι έτρεξαν σε φυγή τους προς στιγμήν δεσμώτες τους, χρησιμοποιώντας ξύλα και πέτρες!

Οσο για το χωριό Βουχωρίνα, ίσως να μην θυμίζει κάτι στους περισσότερους. Είναι ένας οικισμός στην ανατολική Πίνδο και ανήκει στο Νομό Κοζάνης. Στο ναό του Αγίου Γεωργίου ήταν το βασικό κέντρο ανεφοδιασμού του ελληνικού στρατού, τις πρώτες κρίσιμες εβδομάδες του πολέμου. Εννοείται πως λειτουργούσε σε πλήρη συνεργασία με τους ντόπιους.

Εκεί κατέφθαναν πολεμοφόδια, ιατροφαρμακευτικά υλικά και φυσικά τρόφιμα, τα οποία φορτώνονταν σε ημιόνους και οι ντόπιοι, κυρίως γυναίκες που ήξεραν τα μονοπάτια, τα μετέφεραν στην πρώτη γραμμή. Πάρα πολλές φορές έπρατταν κάτι ανάλογο με τα κιβώτια στην πλάτη, αφού υπήρχαν δύσβατα περάσματα που έπρεπε να διέλθουν πεζές!  Τα μικρά παιδιά και ηλικιωμένοι βοηθούσαν στην διένεξη δρόμων και όλοι συνέβαλαν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους.

Στις πόλεις ήταν εκπληκτική η ανταπόκριση στην επίταξη των οχημάτων.  Εκείνο το διάστημα ο ελληνικός στρατός διέθετε περίπου 600 όλων των ειδών, όμως σε μερικές εβδομάδες ξεπέρασαν τις 4.000. Ο Ερυθρός Σταυρός κατακλύστηκε από εθελόντριες νοσοκόμες, ενώ στις μεγάλες πόλεις μετά από κάθε βομβαρδισμό (η Πάτρα ήταν η πρώτη που δοκιμάστηκε), ολοι άνοιγαν τα σπίτια τους για τους πληγέντες. Παράλληλα συγκεντρώνονταν υλικά, τόσο φαρμακευτικά, όσο και ιματισμού, που στέλνονταν προς ενίσχυση των στρατιωτών. Η Σοφία Βέμπο συνήθως συνόδευε μουσικά κάθε σχετική ενέργεια…

Τα παραπάνω αποτυπώνουν ανάγλυφα πως οι Ιταλοί δεν καλούνταν απλά να υπερκεράσουν έναν στρατό που αμύνονταν για τα πάτρια εδάφη του. Αλλά να καταβάλουν την μαχητικότητα ενός ολόκληρου έθνους. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλλον δεν είπε ποτέ τη φράση που του αποδίδεται ότι «πλέον δεν θα λέμε ότι οι Ελληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Ελληνες». Ομως τα γεγονότα εκείνων των ημερών, ουσιαστικά το επιβεβαιώνουν.

Στη Ρώμη ήταν τόσο σίγουροι για την επιτυχία τους, όπου εκτός της λανθασμένης πεποίθησης ότι η Ηπειρος θα τους υποδεχθεί σαν ελευθερωτές και της απόφασής τους να επιτεθούν χειμώνα για προπαγανδιστικούς λόγους, δεν είχαν άποψη για την ψυχολογία του Ελληνα στρατιώτη.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’30, η συντριπτική πλειοψηφία των πολεμικών δαπανών της πατρίδας μας αναλώνονταν στα σύνορα με την Βουλγαρία. Ούτε καν σε εκείνα με την Τουρκία, λόγω του σύμφωνου φιλίας που ήταν σε ισχύ. Αντίθετα απέναντι από την Αλβανία υπήρχαν μόνο οι βασικές αμυντικές εγκαταστάσεις. Μόλις όμως η γειτονική χώρα καταλήφθηκε από τους Ιταλούς, έγινε αντιληπτό ότι ο κίνδυνος ήταν άμεσος.

Χρόνος όμως δεν υπήρχε, όπως άλλωστε και χρήματα, για την ανέγερση οχυρών σαν και αυτά της Ανατολικής Μακεδονίας. Ετσι αποφασίστηκε να εκμεταλλευτούμε αμυντικά το «φρούριο Πίνδος». Οι μονάδες της περιοχής επανδρώθηκαν με άνδρες που κατάγονταν και ζούσαν εκεί. Ηξεραν την μορφολογία του εδάφους και το κυριότερο, ήταν συνηθισμένοι στις ακραίες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν. Ετσι μπόρεσαν και διαχειρίστηκαν το κρύο και το χιόνι, αν και τα ποσοστά εγκαυμάτων και γάγγραινας ήταν πάρα πολύ υψηλά.

Οι Ιταλοί πάντως δεν υστέρησαν σε ανδρεία ή θάρρος. Η ιστορία μπορεί να κατέγραψε πως ηττήθηκαν σχεδόν σε όλα τα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Ελλάδα, Γαλλία, Μέση Ανατολή), αλλά και πριν (Ισπανία), όταν όμως πολέμησαν υπό τις διαταγές των Γερμανών (π.χ. του Ρόμελ), κατέδειξαν την αξία τους. Το μεγάλο τους πρόβλημα αφορούσε την ηγεσία. Οι στρατηγοί τους εκείνα τα χρόνια ήταν κατώτεροι των περιστάσεων και βρίσκονταν στην σκιά του… Ντούτσε τους.

Πίστευαν πως θα έκαναν.. περίπατο και δεν είχαν την παραμικρή αντίληψη για τις αμυντικές προεργασίες των Ελλήνων. Ο στρατηγός Γκρατσιάνι έγραψε χαρακτηριστικά στις 20 Οκτωβρίου πως  «οι επιχειρήσεις θα αρχίσουν χωρίς την άφιξη των προβλεπόμενων ενισχύσεων». Τόσο σίγουροι ήταν για την τελική επικράτηση. Οταν μάλιστα ο ελληνικός στρατός συμπτύχθηκε την πρώτη ημέρα της εισβολής, έπεσαν στην παγίδα.

«Τα στρατεύματά μας προελαύνουν γρήγορα μολονότι δεν υποστηρίζονται από την αεροπορία. Ο Ντούτσε είναι ευδιάθετος. Είναι απλώς θέμα ταχύτητας», έγραψε ο Τσιάνο στις 29 Οκτωβρίου. Οι διοικητές των μεραρχιών τους μετέδιδαν πως σε 2 εβδομάδες θα έχει καταληφθεί η Ηπειρος και πρότειναν μετά από μόλις 48 ώρες εχθροπραξιών, να σταλεί στον Πράσκα (διοικητής των ιταλικών δυνάμεων Ηπείρου), συγχαρητήρια επιστολή. Ο τελευταίος ήταν τόσο αλαζόνας που στις 2 Νοεμβρίου τηλεγράφησε στη Ρώμη ότι «μπορείτε να μεταφέρετε στον Ντούτσε πως μπορεί να είναι ήσυχος. Σε 3 μέρες θα βρίσκομαι στα Ιωάννινα. Οι Ελληνες προβάλουν ψεύτικη αντίσταση και υποχωρούν σε όλο το μέτωπο».

Μόλις στις 9 Νοεμβρίου άρχισαν να αντιλαμβάνονται την κατάσταση. Τότε ο Σοντού αντικατέστησε τον Πράσκα, ενώ οι διοικητές των μεραρχιών κατηγορούσαν τους στρατιώτες τους για έλλειψη θάρρους! O Τσιάνο στα απομνημονεύματά του ανέφερε πως στα τέλη εκείνου του μήνα ο Σοντού ζήτησε από τον Μουσολίνι να επέλθει, μέσω του Χίτλερ, ανακωχή, καθώς ο πόλεμος έχει ουσιαστικά χαθεί. Ο πτέραρχος Πρίκολο έγραψε χαρακτηριστικά. «Η καταστροφή εκδηλώθηκε τόσο απροσδόκητα, τόσο παράλογα και τόσο σοβαρά. Είμαστε χαμένοι»!

Ας δούμε όμως και την προπαρασκευή που είχε υπάρξει για τον πόλεμο που ερχόταν, αλλά και το πώς ελίσσονταν η πατρίδα μας εκείνο το διάστημα.

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ένας δικτάτορας και εκ των πρωταγωνιστών του «Εθνικού Διχασμού». Αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί. Επί διακυβέρνησής του, οι δημοκρατικές ελευθερίες ήταν περιορισμένες και το αυταρχικό του καθεστώς βάδιζε στα πρότυπα της Γερμανίας και της Ιταλίας. Δεν χωρούν αμφιβολίες και το τονίζουμε για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Ομως πιστώνεται, στον βαθμό που του αναλογεί, την εποποιία του ’40.

Με δικές του πρωτοβουλίες εξοπλίστηκε ο στρατός, κατασκευάστηκαν τα οχυρά στην Μακεδονία και εκπονήθηκαν τα κατάλληλα σχέδια. Παράλληλα ελίχθηκε σωστά στην σκακιέρα της εξωτερικής πολιτικής. Αν και ιδεολογικά βρίσκονταν κοντά στον Χίτλερ και τον Μουσολίνι και γενικότερα ήταν θαυμαστής του Εθνικοσοσιαλισμού, άλλωστε είχε σπουδάσει στην ακαδημία πολέμου του Βερολίνου, κινήθηκε πολύ καλά σε δύο ταμπλό.

Επί ημερών του ανέβηκαν κατακόρυφα οι εξαγωγές στη Γερμανία, χωρίς να διαταραχθούν οι σχέσεις με την Μεγάλη Βρετανία. Ούτε όταν ο Γιόζεφ Γκέμπελς επισκέφθηκε επίσημα την Αθήνα και ο εκπρόσωπος της προπαγάνδας των Ναζί, έβγαλε πύρινους λόγους περί συνεργασίας των δύο χωρών.

Οι λόγοι ήταν αρκετοί. Ο Μεταξάς έλεγε χαρακτηριστικά ότι «η Ελλάς δεν είναι μία χερσόνησος περιβρεχομένην από θάλασσαν, αλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη υπό ξηράς…η Ελλάς δεν δύναται λοιπόν να τα βάλη ως εκ της γεωγραφικής της θέσεως με καμμίαν απολύτως ναυτικήν Δύναμιν Μεγάλην». Ετσι από την πρώτη στιγμή τόνιζε πως η θέση της χώρας μας είναι στο πλευρό της μεγαλύτερης ναυτικής αυτοκρατορίας της εποχής, δηλαδή της Μεγάλης Βρετανίας.

Παράλληλα υπήρχε και ο παράγοντας βασιλεία. Μπορεί στην ιστορία το «Καθεστώς της 4ης Αυγούστου» να έχει εκείνον πρωταγωνιστή, αλλά κάποιος το εγκαθίδρυσε και αυτός ήταν ο Γεώργιος ο Β’. Οι δυο τους συνδέονταν με προσωπική φιλία ετών και ο εστεμμένος άρχοντας της χώρας, ήταν ξεκάθαρα φίλος των Αγγλων. Ο Μεταξάς δεν διέθετε έρεισμα στον στρατό, παρότι προέρχονταν από τους κόλπους του, ώστε να τον αμφισβητήσει ανοικτά και σε περίπτωση «τριβής» τους, δεν αποκλείονταν το ενδεχόμενο να απολέσει την εξουσία.

Υπό αυτά τα δεδομένα προσπάθησε να τηρήσει, τα πρώτα χρόνια της έντασης που υπήρξαν στην Ευρώπη ύστερα από την ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, μία στάση που λέγονταν ως «φιλική προς τους Βρετανούς ουδετερότητα». Εκεί που κινήθηκε έξυπνα ήταν την στιγμή που κορυφώθηκαν οι ιταλικές προκλήσεις.

Mπορεί ο πόλεμος να ξέσπασε στις 28 Οκτωβρίου, αλλά πολλούς μήνες πριν οι ελληνικές αρχές γνώριζαν τις προθέσεις του Μουσουλίνι. Ακόμη και όταν ο Ντούτσε θέλησε να ανανεωθεί το σύμφωνο φιλίας των δύο χωρών, με αντάλλαγμα την υποχώρηση των στρατευμάτων του από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, σε βάθος δεκάδων χιλιομέτρων (στη μη υπογραφή του πάντως, συνέβαλε και η στάση της Αγγλίας, καθώς «έβλεπε» ότι σύντομα θα ξεκινήσει ο πόλεμος και δεν ήθελε η Αθήνα να έχει τα χέρια της «δεμένα», απέναντι σε μία αντίπαλό της).

Αποκορύφωμα των «τρικ» που χρησιμοποίησε εκείνα τα χρόνια ο Μεταξάς, ήταν τα όσα ακολούθησαν από την βύθιση της Ελλης. Οπου τα ευρήματα αλλά και οι μυστικές υπηρεσίες, έδειχναν πως ήταν ιταλικό «έργο». Εκείνος όμως έδωσε εντολή σε όλους να αναφέρουν για ένα «άγνωστης ταυτότητας υποβρύχιο». Τότε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του τόπου κατάλαβε πως ο πόλεμος ήταν ζήτημα ημερών. Για να μην δοθεί όμως αφορμή στην άλλη πλευρά και κυρίως, ώστε να… πιαστεί στον ύπνο, η χώρα μας δεν προχώρησε σε ολική επιστράτευση, όπως συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια μετά από ανάλογες ενέργειες.

Δόθηκε διαταγή όλες οι μονάδες να βρίσκονται σε εγρήγορση, ξεκίνησαν έργα οδοποιός και συντήρησης του σιδηροδρομικού δικτύου με την συνδρομή των κατοίκων  και παράλληλα, υιοθετήθηκε το μέτρο της μερικής ή όπως ονομάζεται από πολλούς, «αόρατης» επιστράτευσης. Με πρόσχημα  γυμνάσια, δεν απολύθηκε η κλάση που αποστρατεύονταν εκείνο το χρονικό διάστημα και παράλληλα, στάλθηκαν σε χιλιάδες άνδρες ατομικά φύλλα πορείας.

Ετσι οι Ιταλοί δεν γνώριζαν τι ακριβώς θα αντιμετωπίσουν και οι μεραρχίες Ιωαννίνων, Κοζάνης είχαν 100% πληρότητα. Το μόνο που έπρεπε να συμβεί ήταν να κρατήσει το μέτωπο τις πρώτες δύσκολες ώρες, μέχρι να μεταβούν στην πρώτη γραμμή. Οπως και έγινε, αφού εκεί υπήρχαν οι Κατσιμήτρος, ο Δαβάκης και οι άνδρες τους.

Ο πόλεμος της πατρίδας μας με την Ιταλία, δεν ήταν απλά μία σύρραξη δύο χωρών, στο πλαίσιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Απέδειξε σε όλο τον κόσμο ότι το «Χαλύβδινο Σύμφωνο» δεν είναι τόσο συμπαγές όσο ήθελαν να το παρουσιάζουν οι ηγέτες του και ήταν η πρώτη ήττα των φασιστικών όπλων, στα ταραγμένα εκείνα χρόνια. Αυτό το παράσημο δεν μπορεί να το αφαιρέσει κανείς από τον ελληνισμό.

ΠΗΓΗ:gazzetta.gr


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *