«Άλλος για το Καζακλάρ»

Μνήμες μια άλλης εποχής ζωντανεύουν στα μάτια των κατοίκων της Κρήνης και του Αμπελώνα

Πέρασε μια ολόκληρη ζωή, κοντεύουν 60 χρόνια, ωστόσο εκείνη η φωνή του οδηγού του λεωφορείου, που περίμενε στο Τσιότι, δεκάδες ψυχές από την Κρήνη, αντηχεί ακόμη στα αυτιά των κατοίκων του χωριού.

«Άλλος για το Καζακλάρ», φώναζε ο οδηγός του λεωφορείου, που ανέμενε να πάρει «Βοστιαδιανούς» κάθε ηλικίας, εφήβους, νέους, μεσήλικες για να τους μεταφέρει στον Αμπελώνα. Σε μια πλούσια για τα δεδομένα της  τότε δεκαετίας του 1960 περιοχής, που έδινε δουλειά σε κατοίκους της Κρήνης, σε ανθρώπους από τα γύρο χωριά, όπως επίσης και σε εργάτες που ερχόταν από τα χωριά των Χασίων, Δεσκάτη, Ελασσόνα.

Αναχώρηση νέων της Κρήνης για το Καζακλάρ – Φωτ. αρχείο Αθανασίου Γάτσιου

Βλέπετε η φτώχεια και η έλλειψη δουλειάς ωθούσε τους περισσότερους κατοίκους του χωριού να μεταναστεύσουν έστω την άνοιξη και το καλοκαίρι για να βγάλουν ένα μεροκάματο. Να συγκεντρώσουν χρήματα για να θρέψουν οικογένειες, να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν παιδιά, να παντρέψουν κόρες, γιους και αδελφές. Να περάσουν το χειμώνα, όχι φυσικά με ανέσεις, αλλά έστω υποφερτά, έχοντας τα βασικά της επιβίωσης.

Κι αν σήμερα η απόσταση μέχρι το «Καζακλάρ» για πολλούς θεωρείται μηδαμινή που διαρκεί όχι περισσότερο των 20 περίπου λεπτών, στις αρχές της δεκαετίας του 60 ήταν μεγάλη υπόθεση. Έστω και με το λεωφορείο τα 40 χιλιόμετρα για να διανυθούν απαιτούνταν τουλάχιστον ένα δίωρο ενώ κάποιοι που τολμούσαν να διανύσουν την απόσταση με τα πόδια χρειαζόταν μια ολόκληρη μέρα.

Και μετά τι; Σκληρή δουλειά, κάποιες φορές εκμετάλλευση, χρήματα που αρχικά έδιναν χαρά, αλλά στην ουσία ήταν βρεγμένα με ιδρώτα, αίμα και πόνο. Όπως φυσικά με ιδρώτα, αίμα, πόνο, Κρηνιωτών κι όχι μόνο, είναι βρεγμένα και τα χώματα του Αμπελώνα. Χωράφια και σπίτια που δουλεύτηκαν και κτίστηκαν με την πλάτη των δικών μας ανθρώπων, κι εκείνων των χωριών των Χασίων, που πόνεσαν, έκλαψαν, χάρηκαν έστω και πρόσκαιρα για να φάνε μια μπουκιά ψωμί.

Το ΚΡΗΝΗ LIVE ακούγοντας δεκάδες ιστορίες αποφάσισε να οδεύσει προς το «Καζακλάρ», να ακολουθήσει τη φωνή που αντηχεί ακόμη στα αυτιά κατοίκων της Κρήνης, να δει, να καταγράψει, να συγκεντρώσει αρχιακό υλικό που θα σταθεί ικανό να εγείρει μνήμες του παρελθόντος. Και τα κατάφερε, καθώς κάθε γωνιά του Αμπελώνα, έρχεται να θυμίσει και μια ιστορία. Εκεί κάθε σημείο, είτε αυλόγυρος, είτε αμπελοχώραφο, είτε βαμβακοχώραφο, είναι δουλεμένα από χέρια «Βοστιδιανών», είναι ποτισμένα με την αλμύρα των νέων που σήμερα είναι παππούδες και μεσήλικες.

ΑΜΠΕΛΩΝΑΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2017


Από την δεκαετία του ’60 στον Αμπελώνα άλλαξαν τόσα πολλά. Στους χωμάτινους δρόμους έπεσε άσφαλτος, οι μονοκατοικίες έγιναν διπλοκατοικίες, οι άδειες αλάνες μετατράπηκαν σε πάρκα και παιδικές χαρές και τα καφενεδάκια και οι ταβερνούλες μεταμορφώθηκαν σε εστιατόρια και μοντέρνες καφετέριες. Πλέον και τα δικά μας χωριά δεν έχουν να ζηλέψουν σε κάτι του Αμπελώνα.


Παρά ταύτα, ο εκσυγχρονισμός και η αισθητική αναβάθμιση δεν ήρθε να σβήσει τις εικόνες εκείνης της εποχής. Γιατί οι Κρηνιώτες μπορεί να έφυγαν, χρόνια αργότερα όμως ήρθαν οι Αλβανοί μετανάστες, που μετατράπηκαν ως νέοι «Βοστιδιανοί», που κάποτε εγκατέλειψαν το χωριό τους, βάζοντας πλάτη στις περιουσίες άλλων.

Ολημερίς στο χωράφι και ύπνο στο ύπαιθρο




 

Γεωργικές εργασίες στο Καζακλάρ, δεκαετία ’60 – Φωτ. αρχείο Αθανασίου Κατσάνη


Καλοκαίρι του ’60. Οι πρώτοι εργάτες από την Κρήνη αποφάσιζαν να πάρουν το δρόμο για το «Καζακλάρ». Έχει καλό μεροκάματο… τους είπαν κάποιοι. Για οικοδομικές εργασίες θα έπαιρναν 60 δραχμές, στα χωράφια η δουλειά κοστολογούνταν για 50 δραχμές. Τι άραγε θα έβρισκαν εκεί; Θα ήταν καλό το αφεντικό; Τη δουλειά δεν την φοβόταν, εξάλλου οι περισσότεροι ήταν παλικάρια, πάνω στο φόρτε της νιότης. Άλλοι πάλι αποφάσιζαν να πάρουν γυναίκες και παιδιά. Το 90% της Κρήνης άνοιξη και καλοκαίρι μετανάστευε εσωτερικά, μόλις 40 χιλιόμετρα μακριά από την γενέτειρα. Πολλά χιλιόμετρα για εκείνους που έμεναν πίσω μάνες και πατεράδες και περίμεναν την επιστροφή.

Λεωφορείο του ΚΤΕΛ Τρικάλων τη δεκαετία του ’60, πηγή φωτογραφίας: tovaltinoblogspot.com

Και το ταξίδι από τη Φαρκαδόνα που περίμενε το λεωφορείο ξεκίναγε. Μέσα σε ένα σεντόνι, λίγες αλλαξιές, μια φωτογραφία ενός αγαπημένου προσώπου, μια εικόνα της Παναγίας που έδινε η μάνα για να φυλάει το παιδί. Όλα δεμένα στο σεντόνι γιατί η βαλίτσα ήταν πολυτέλεια. Και μετά εκείνη η ριμάδα η φωνή… «Άλλος για το Καζακλάρ».

«Όταν φτάσαμε εκεί μου φαινόταν όλα τόσα γκρίζα, ακόμη κι αν οι δρόμοι είχαν χαλίκι και οι δικοί μας στο χωριό είχαν πέτρες μυτερές που τρύπαγαν την ξυπολησιά μας. Ήταν τόσα μουντά ακόμη κι αν βλέπαμε κόσμο να πάει και να έρχεται στους δρόμους, που για να μην σηκώνουν κουρνιαχτό η κοινότητα έριχνε νερό με τις υδροφόρες. Ήταν τόσο καταθλιπτικά ακόμη κι όταν ακούγαμε τη μουσική στα καφενεία και τις ταβέρνες», θυμάται ο Κρηνιώτης Στάθης Γάτσιος.

Τα αφεντικά στη θέα των εργατών, άρχισαν να καταφτάνουν στην πλατεία. Άλλος για το αμπέλια, άλλος για το καλαμπόκι και το βαμβάκι, άλλος για το κτίσιμο και πάει λέγοντες. Το χωριό ήταν πλούσιο και οι Κρηνιώτες και οι Χασιώτες φτωχοί. Ξυπόλητοι κάποιοι, που αναζητούσαν πάση θυσία μεροκάματο. Κι αυτά τα αφεντικά δεν έπαιρναν όποιον έβρισκαν προτιμούσαν τους δυνατούς, για να βγαίνει η δουλειά γρηγορότερα.

Όσο για το μεροκάματο το ίδιο. Αμ και η δουλειά το χάραμα μέχρι το βασίλεμα.

«Επιστρέφαμε από το χωράφι. Φυσικά όχι σε σπίτι. Ύπνος στο ύπαιθρο, όλοι μαζί αντάμα, μια κουβέρτα από κορφή έως το πάτο. Κι όταν έβρεχε ψάχναμε να βρούμε κανένα γιαπί να προφυλαχτούμε. Ταλαιπωρία αλλά μας έκανε η ανάγκη για το μεροκάματο να μείνουμε», θα πει ο κ. Γάτσιος.

Ο κ. Στάθης εργάστηκε σκληρά σε οικοδομικές εργασίες κυρίως. Όπως μας είπε έβαλε πλάτη για να κτιστεί το κτίριο του σινεμά, όπως και αποθήκες και μαντρότοιχοι. Βλέπετε τότε ήταν πάνω στην νιότη και τον προτίμαγαν τα αφεντικά.

Φτιάξαμε τα αρδευτικά κανάλια

Ακόμη και σε μεγάλα έργα του Αμπελώνα έλαβαν μέρος κάτοικοι της Κρήνης.

«Θυμάμαι ήρθε ένας εργολάβος εκεί που ήμασταν στην πλατεία. Ήταν απόβραδο. Θέλω καμιά 20αρια άτομα εργάτες για τα κανάλια. Χαρήκαμε μέσα στους 20 κι εγώ» θα πει ο Κωνσταντίνος Τσουμάνης.

Όσο για το μεροκάματο; «Καλό θα απαντήσει καταφατικά. Οι 60 δραχμές που πληρωνόμασταν τότε σήμερα θα ήταν 60 ευρώ. Πλούσιο το μεροκάματο. Αν δεν ήσουν σπάταλος έφερνες λεφτά στο χωριό, να περάσεις το χειμώνα, να βάλεις και κάτι στην άκρη», σημειώνει φέρνοντας μνήμες του παρελθόντος ο κ.  Κώστας ο οποίος μας διηγήθηκε και μια παλιά ιστορία που διαδραματίστηκε εκείνα τα χρόνια στο Καζακλάρ .

«Δουλεύαμε σαν είλωτες»

Όλα τα δάκτυλα των χεριών δεν είναι ίδια..διαφέρουν. Όπως διέφεραν και τα αφεντικά στον Αμπελώνα. Αυτό θα ισχυριστεί σήμερα ο κ. Ευρύλοχος Μαντζανάς.

«Και που δεν δούλεψα; Στα Αμπέλια, στα βαμβάκια, στα οικοδομικά. Το μεροκάματο 50 δραχμές. Καλό για την φτώχεια που μας έδερνε. Την πρώτη μέρα μας είπαν 50 δραχμές μεροκάματο, για φαγητό ούτε λόγος. Θα έπρεπε φαγητό να αγοράζουμε εμείς. Γενικά στον Αμπελώνα οι περισσότεροι ήταν απόμακροι. Ήταν πλούσιο χωριό και εμείς φτωχοί, έπρεπε να ζήσουμε, αντιλαμβανόταν την ανάγκη μας και πολλές φορές μας εκμεταλλευόταν.», θα πει ο κ. Ευρύλοχος.

Πως μπορεί να εκμεταλλευτεί άνθρωπος τον κόπο ενός ανθρώπου, τον ιδρώτα και την κακουχία; Γιατί το να δουλεύεις από το πρωί έως το γιόμα, να κοιμάσαι στο χώμα, να βρέχεσαι και να πλένεσαι στο κανάλι, είναι κακουχία, είναι ταλαιπώρια. Η απάντηση ήρθε από τον ηλικιωμένο Κρηνιώτη.

«Θυμάμαι δούλευα σε οικοδομικές εργασίες. Όταν τελειώσαμε τη δουλειά ήρθε ο γιος του αφεντικού να μας πληρώσει. Έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε πέτρες. Να πάρτε τα λεφτά μας λέει. Σοκαριστήκαμε, πήγαμε να τον αρπάξουμε να το χτυπήσουμε. Ήρθε ο πατέρας του αργότερα και μας έδωσε τα χρήματα. Πολλοί εργάτες δεν έπαιρναν τα χρήματα, αναγκαζόταν να πάνε στην αστυνομία για να πάρουν τα λεφτά τους, τον ιδρώτα τους.» μας είπε αργότερα.

Ο κ. Ευρύλοχος έφυγε από τον Αμπελώνα και δεν θέλησε ξανά να τον επισκεφτεί.

«Έζησα άσχημη εμπειρία. Δεν θα ήθελα να την ξαναζήσω γι’ αυτό και δεν ξαναπήγα εκεί», θα συμπληρώσει κλείνοντας.

Φαγητό και διασκέδαση

Κατά την επίσκεψή μας στον Αμπελώνα αναζητήσαμε ανθρώπους της κωμόπολης για να μας βοηθήσουν στο να συγκεντρώσουμε στοιχεία.

Εκεί συναντήσαμε ένα 91χρονο, τον κ. Χρήστο Μούζα, ο οποίος διατηρούσε επί χρόνια την ταβέρνα «ΤΟ ΛΑΪΚΟ» φροντίζοντας για το φαγητό των εργατών.

Ο κ. Χρήστος Μούζας

«Στο μαγαζί μου ερχόταν χιλιάδες εργάτες για να φάνε και να διασκεδάσουν κυρίως την Κυριακή μετά την σκληρή δουλειά. Τους θυμάμαι ακόμη και σήμερα, να έρχονται να τρώνε και μετά να διασκεδάζουν. Θυμάμαι είχα πάρει το πρώτο τζουμπόξ, βάζανε κέρματα και έπαιξε τραγούδια παραπονιάρικα, της εργατιάς, της ξενιτιάς. Κάποιοι μερακλήδες χόρευαν. Το χωριό μας απασχολούσε γύρω στους 2.500 εργάτες. Παιδιά και μεγάλοι. Πίσω από την εκκλησία ο χώρος γέμιζε από εργάτες, ξάπλωναν τα βράδια εκεί και το πρωί δουλειά. Δύσκολα χρόνια», θα πει ο κ. Χρήστος.

Το παλιό Καζακλαρ,Φωτογραφικό αρχείο Αθανασίου Κατσάνη

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Αμπελώνας μεγάλωσε αγγίζοντας τις 8.500 πληθυσμό. Η τεχνολογία προχώρησε και τα εργατικά χέρια αντικαταστάθηκαν με μηχανήματα, όπως φυσικά σε όλη τη Θεσσαλία. Η μετανάστευση δεν έπαψε να υπάρχει απλά δεν είναι εσωτερική. Οι νέοι μας, αναγκάζονται από τις συνθήκες να μεταναστεύσουν σε χώρες του εξωτερικού. Η ανεργία καλπάζει και οι νέοι πρέπει να εργαστούν. Όπως εργάστηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προκόβοντας η πλειονότητα στη ζωή τους.

Ευχαριστούμε θερμά το ζεύγος Κοκκίνου και τον Θανάση Κατσάνη από τον Αμπελώνα για την πολύτιμη βοήθειά τους

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *