Αναβιώνει το έθιμο του Καβουκιού ανήμερα των Φώτων στο Ζάρκο

Νέοι του χωριού θα κάψουν το απόγευμα των Φώτων το Καβούκι στην πλατεία του χωριού που συγκεντρώνεται πλήθους κόσμου και επισκεπτών

Για μια ακόμη χρονιά οι νέοι του Ζάρκου αναμένεται να τιμήσουν ένα πανάρχαιο έθιμο αυτό του κάψιμο του Καβουκιού. Το έθιμο χάνεται στα βάθη των αιώνων και κεντρίζει το ενδιαφέρον και την προσοχή κατοίκων και επισκεπτών.

Οι εκδηλώσεις ξεκινούν το πρωί της παραμονής των Φώτων με την κατασκευή του Καβουκιού και συνεχίζονται το βράδυ στην ταβέρνα Νικατσιός στο Ζάρκο με χορό και παραδοσιακή μουσική. Συνεχίζονται ανήμερα το Φώτων το πρωί και ολοκληρώνονται αργά το απόγευμα με το κάψιμο του Καβουκιού.

Στο Ζάρκο το έθιμο «Ραγκουτσάρια» το ονόμαζαν Καβούκι και γιορταζόταν παλιά, όπως και σήμερα, με επίκεντρο τη γιορτή των Θεοφανείων. Σύμφωνα με άρθρο της Φιλολόγου Αθανασίας Τσιοτινού που   δημοσιεύτηκε στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Τόμος 71ος, Μάρτιος 2017 το έθιμο γινόταν στις 5, 6 και 7 του Γενάρη και συμμετείχαν αυτοί που εκείνη τη χρονιά θα πήγαιναν φαντάροι. Τα παλιότερα χρόνια έπαιζαν και αυτοί που θα παντρεύονταν αυτή τη χρονιά. Την παρέα ή το μπουλούκι αποτελούσαν 6 ζευγάρια, δηλαδή 12 νέοι από τους οποίους οι 6 ντύνονταν με γυναικεία ρούχα και οι άλλοι 6 με φουστανέλα. Ένας νέος ντυνόταν Διάβολος με κέρατα στο κεφάλι. Το ένα πόδι το έβαφαν άσπρο και το άλλο μαύρο, ενώ στο πίσω μέρος του σώματος κρεμούσαν για ουρά μια αρμαθιά από σκόρδα. Στη μέση του έβαζε μια ζώνη μαύρη και στο λαιμό του φορούσε ένα γιορντάνι που αποτελείτο από μικρά κουδουνάκια. Το πρόσωπο το έβαφε με μαύρη ή κιτρινοκόκκινη μπογιά. Στα χέρια του κρατούσε μια σκούπα που συμβόλιζε το καθάρισμα των πάντων κατά το πέρασμά του.

Τρεις άντρες αποτελούσαν τους Αράπηδες. Ήταν κι αυτοί μεταμορφωμένοι και προκαλούσαν το φόβο με τις άναρθρες κραυγές και τις απειλές τους. Ήταν ντυμένοι με μαύρα ρούχα, το πρόσωπο ήταν βαμμένο μαύρο, στο κεφάλι φορούσαν σκούφο με κουδουνάκια και στις πλάτες «τσιρέπια» που τα στόλιζαν με φτερά από κότες. Οι Αράπηδες συμβόλιζαν τους άγριους επιδρομείς και κυρίως τους αστυνομικούς, δηλαδή κάποια μορφή εξουσίας της εποχής. Επικεφαλής των τριών αράπηδων-αστυνομικών ήταν ο αξιωματούχος Γκέκας.

Ο Γκέκας ή Καβουκάς διακρινόταν από την πανύψηλη σκούφια που φορούσε στο κεφάλι του ή όπως την αποκαλούσαν στο Ζάρκο Καβούκι, το οποίο έδωσε την ονομασία του και στο έθιμο. Φορούσε την κάπα του μόνο στο ένα μανίκι και στο χέρι του βάσταγε μια γκλίτσα για να συγκρατεί το καβούκι που έφτανε γύρω στα 3 μέτρα! Τα παιδιά έφτιαχναν το καβούκι την παραμονή των Θεοφανείων. Ήταν φτιαγμένο με χαρτιά σε άσπρο, ροζ και κόκκινο χρώμα τα οποία στηρίζονταν σε καλάμια μήκους 2,5 μέτρων. Στην κορυφή το καβούκι είχε κέρατα και στα μεταγενέστερα χρόνια έβαζαν και μπαλόνια. Επίσης, ένας νέος παρίστανε τον γιατρό, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του μια τσάντα με διάφορα γιατροσόφια και διάφορα χαρτιά. Συμβόλιζε και τον εισπράκτορα των φόρων.

Την παραμονή των Θεοφανείων όσοι έπαιζαν, μαζεύονταν σε ένα μαγαζί, έτρωγαν, έπιναν και χόρευαν με τα όργανα, τα λεγόμενα και κλαρίνα. Εκτός από τους συμμετέχοντες στο καβούκι, γλένταγαν και όσοι κάτοικοι του χωριού επιθυμούσαν να διασκεδάσουν. Την άλλη μέρα το πρωί, τα παιδιά που ήταν ντυμένα νύφες και τσολιάδες πήγαιναν στην εκκλησία. Όταν τελείωνε η λειτουργία χόρευε όλο το μπουλούκι στην πλατεία του χωριού και στο τέλος έβγαζαν και το καβούκι. Μετά το χορό έπαιρναν τα όργανα και γυρνούσαν πρώτα στα καφενεία και μετά στα σπίτια του χωριού για να πούνε τα «χρόνια πολλά» και για να συγκεντρώσουν χρήματα για τα έξοδά τους. Μετά το μεσημέρι γυρνούσαν με τα όργανα σε κάθε γειτονιά του χωριού και χόρευαν τα κορίτσια.  Το απόγευμα όλοι οι κάτοικοι στην πλατεία του χωριού και γινόταν ξανά χορός. Πρώτα χόρευαν οι μητέρες των παιδιών, μετά οι υπόλοιποι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί.

Τέλος χόρευε το μπουλούκι, οι νύφες, οι τσολιάδες, οι αράπηδες και ο Καβουκάς με το καβούκι. Καθώς τέλειωνε ο χορός άρχιζε και το κάψιμο του καβουκιού. Ο Διάβολος έβαζε φωτιά στη φουκαλιά και χορεύοντας έκαιγε το καβούκι.

Το κάψιμο συμβόλιζε την απελευθέρωση του Ελληνικού λαού από τον τούρκικο ζυγό. Τα παλιά χρόνια έκαιγαν το καβούκι έξω από το χωριό, στα Αλωνάκια. Επίσης, έφτιαχναν και δύο καμήλες, τις οποίες τις έκαναν κάπως έτσι: έπαιρναν μια σκάλα την οποία την τύλιγαν γύρω-γύρω με λινάτσα, για κεφάλι έβαζαν το κεφάλι από ένα ψόφιο άλογο και για ουρά μια αρμαθιά από σκόρδα. Από κάτω την καμήλα την κρατούσαν δύο με τρία παιδιά.

Την άλλη μέρα το πρωί, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μετά την εκκλησία, χόρευαν ξανά στην πλατεία. Μετά πήγαιναν στο σπίτι όποιου παιδιού το έλεγαν Γιάννη και συμμετείχε στο μπουλούκι για να του πουν τα «χρόνια πολλά» και να συνεχίσουν το γλέντι. Το έθιμο του Καβουκιού, με μικροαλλαγές, συνεχίζει ακόμη και σήμερα να γίνεται τα Θεοφάνεια στο Ζάρκο. Ίσως είναι το μοναδικό έθιμο που διατηρείται, σχεδόν αναλλοίωτο, ακόμη και στις μέρες μας.

Το Ζάρκο, την ημέρα των Φώτων αποτελεί πόλο έλξης πολλών επισκεπτών, οι οποίοι έρχονται να διασκεδάσουν και να έρθουν σε επαφή με ένα κομμάτι της παράδοσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *