Άννα-Μαρία Σακελλαρίου: Ο (α)τοπος μας

Γράφει η Άννα-Μαρία Σακελλαρίου

«Να έχεις αρμονία», μου ευχήθηκε κάποτε ένας αγαπημένος φίλος, μακριά μας πλέον. Ούτε πολυχρονισμούς, ούτε πανεπιθυμισμούς. «Αρμονία». Ξέρετε… αυτή η σχεδόν ηδονική κατάσταση που μόνο κατά-σταση δεν είναι, αφού έχει μια δυναμική απαράμιλλη, απ’ τους ρωμαλέους χορευτικούς εναγκαλισμούς πεθυμιάς και πραγματικότητας πηγάζουσα. Κορυφαία, αιωνιώδης στιγμή τωόντι.

Πόσο συχνή όμως; Θαρρώ όχι πολύ… Και τούτο θα έλεγε κανείς πως είναι λυπηρό. Έχω δει όμως, κατά τους λιγοστούς μου έστω Μάηδες, ανθρώπους των οποίων η ζωή απέχει μίλια απ’ την πολυπόθητη αυτή αρμονία και… ναι, χαμογελούν! Το κλειδί τους δεν το ξέρω, αλλά υποψιάζομαι πως… συμβιβάζονται; Βρίσκουν τρόπους; Κρατάνε τα όμορφα; Τα δημιουργούν; Δεν ξέρω. Ένα ξέρω. Πώς ονειρεύονται το Α, τους συμβαίνει το Β, και καταλήγουν με το Γ για να σκέφτονται το Δ, όμως είναι εκεί, όρθιοι και τους θαυμάζω.

Τα παραδείγματα πολλά. Στο μυαλό μου όμως μία μορφή ξεχωρίζει, στέκει αγέρωχη και την κοιτώ με δέος. Αυτή του μετανάστη. Με ψυχή στην πατρίδα και σώμα στην ξενιτιά. Γιατί βλέπει πως ο τόπος του δεν το χωρεί. Κάνει λοιπόν τις διαπιστώσεις του, τα βάζει κάτω, μαζεύει κουράγια και βαλίτσες και τολμάει να φύγει. Ναι, τολμάει να φύγει από τον τόπο του.

Μ΄ ακούς; Μ’ ακούς ανόητε ψευτοανθρωπίσκε; Δειλέ στρουθοκαμηλιστή; Αυτός ο άνθρωπος έχει το θάρρος να αφήσει το σπίτι που τον έθρεψε, τη γη που τον μεγάλωσε και να βρει τόπο αλλού, τόπο που να μπορεί να έχει τα φτερά ανοιγμένα, όπως η φύση προορίζει τον άνθρωπο. Κι εσύ, εσύ γιατί δεν αντέχεις να εγκαταλείψεις τα ιδεολογίδιά σου, ακόμα κι όταν είναι ηλίου φαεινότερον πως ο πνευματότοπός σου είναι άτοπος;

Είναι ωραία η αγάπη για τον τόπο σου, όταν ο τόπος την αξίζει, έστω με τα σημεία, έστω με τα λίγα. Τότε ναι. Θες να είσαι εκεί. Κι όταν δεν είσαι εκεί, η ψυχή σου ορέγεται να βροντοφωνάζει, όπου στα κομμάτια είσαι, για την ομορφιά και τα καλά του. Είναι όμως άρρωστη μια «αγάπη» για έναν τόπο στενό, περιορισμένο, ρηχό. Είναι κόντρα στον άνθρωπο, βρε άνθρωπε! Οι τόποι μας πρέπει να είναι ανοιχτοί, να έχουν άπλα και πολλά πολλά παράθυρα στον κόσμο, να μπαίνει αέρας καθαρός από παντού, να είναι λαγαροί!

Αν δε στα δίνει αυτά ο τόπος σου, προσπάθησε πρώτα μήπως καταφέρεις να του τα δώσεις εσύ. Έχεις χρέος. Μα αν πάλι δεν τα καταφέρεις-εδώ που τα λέμε δεν είναι και όλα στο χέρι μας, αλλά αν θες αλλαγή σ’ αυτόν τον (από)κοσμο που ζούμε, ξέχνα αυτό που μόλις είπα-, φύγε. Φύγε μακριά παράτα τον και τρέχα αλλού και ψάξε γι’ άλλον. Κι αν δε βρεις, μη σκας. «Την άνοιξη, αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις».

Και τώρα πρόσεχε για τη δεύτερη παγίδα.

Ποια άνοιξη; Την αληθινή, όχι τη δική σου! Η δική σου η άνοιξη θα πρέπει να είναι απλά ένα λουλούδι στην άνοιξη του κόσμου που να παλεύει να στεριώσει μέσα στα τόσα κλίματα που συνεχώς αλλάζουν, αναδύοντας ωστόσο αδιάκοπα (αυτός είναι ο μεγάλος κανόνας) την ξεχωριστή ευωδιαστή του ευωδιά.

Σταμάτα να βρωμάς στενομυαλιά και δόγμα!

Εδώ έχουν την απαρχή οι μεγαλύτερες συμφορές μας. Κι ίσως αυτή να είναι η κατάρα του ανθρώπινου γένους: το δικό μου, το εγώ μου, ο τόπος μου.

Δύο τρισεκατομμύρια γαλαξίες, εβδομήντα εξάκις εκατομμύρια αστέρια, δέκα οκτάκις εκατομμύρια πλανήτες και έρχεσαι εσύ και μου λες «αυτό ισχύει, γιατί το λέω εγώ»; Και ποιος είσαι εσύ ρε φίλε;!

Με πιάνουν τα γέλια και τα κλάματα, καθώς με τρόμο συνειδητοποιώ πως είναι ίσως τελικά ευκολότερο να γίνει κανείς αστροναύτης, να βγει μακριά-μακριά απ’ τη στρατόσφαιρα και να δει όλα αυτά, παρά να είναι ένας επίγειος κοσμοναύτης, παρά να κάνει ένα τσικ πίσω και να δει έξω από το κεφάλι του. Τι μεγάλο «τσικ», ε; Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα. Στη γη αστροκαπεταναίους έχουμε πολλούς, μα αστροναύτες λίγους. Αν είσαι μάγκας, να ο ρόλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *