Αυτοψία στο Νταχάου με το φωτογραφικό φακό του «Κρήνη Live»

Είναι κάποιες στιγμές που πραγματικά απορείς και θλίβεσαι για τα όσα συνέβησαν γύρω μας, ή και μακριά μας και στα οποία ο άνθρωπος έδειξε το σκληρό πρόσωπο στο συνάνθρωπο. Είναι αυτές οι στιγμές που προκαλούν ανατριχίλα, ένα μούδιασμα στις σκέψεις και στην καρδιά. Μια απέραντη θλίψη για δεινά ενός πολέμου, για τις καταστροφές, τις εχθροπραξίες, για τους θανάτους, για το μίσος του ανθρώπου σε άνθρωπο.

Ίσως όλα αυτά να περνούν αδιάφορα, απαρατήρητα σε κάποιους. Σε όλους όμως εκείνους που επισκεφτούν την Γερμανία και δη το Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Νταχάου, ίσως σταθούν ικανά να προβληματίσουν, να συγκινήσουν και να ξυπνήσουν μνήμες.

Σ’ εμάς λοιπόν, που επισκεφτήκαμε πρόσφατα το συγκεκριμένο χώρο, μνημείο για πολλούς, όλα αυτά τα συναισθήματα αναδύθηκαν με το που περάσαμε την πύλη του στρατοπέδου, με το που περπατήσαμε στους θαλάμους, που αντικρίσαμε τους φούρνους και κρεματόρια, που στις μύτες μας, χρόνια μετά αντιληφθήκαμε την οσμή της καμένης σάρκας που πότισε τους τοίχους του μαρτυρίου.

Τα μάτια μας καρφώθηκαν στα συρματοπλέγματα, στα κάγκελα του στρατοπέδου και των κελιών, εκεί που μαρτύρησαν αρκετοί άνθρωποι. Ποιος θα το φανταζόταν ότι άτομα από τα μέρη μας βρέθηκαν εκείνη την εποχή σε αυτό το μέρος…άτομα που λύγισαν και δάκρυσαν αλλά  γλίτωσαν την τελευταία στιγμή, καθώς οι Γερμανοί προτίμησαν να μην τους σκοτώσουν, καθώς η δύναμη τους  για την διεκπεραίωση σκληρών εργασιών εντός του στρατοπέδου στάθηκε πιο χρήσιμη απ το θάνατο.

Τέτοιους ανθρώπους στην περιοχή μας  μπορεί να μην τους συναντήσαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά ακούσαμε τόσα πολλά γι’ αυτούς και σε επόμενα κείμενα θα παρουσιάσουμε κάποια από τα ντοκουμέντα που κρατούν φυλαγμένα, τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Πραγματικά περνώντας το κατώφλι του στρατοπέδου με το φωτογραφικό φακό ανά χείρας νιώσαμε ένα μούδιασμα.

Ένας κόμπος έσφιξε το λαιμό, η ανάσα ένιωθες ότι κοβόταν, περπατώντας στο μονοπάτι που οδηγούσε στο στρατόπεδο. Ένιωθες σαν να περπατούσες αντάμα με τις ψυχές όλων εκείνων που μαρτύρησαν στο όνομα της «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Μιας τάξης πραγμάτων, μιας «σχιζοφρένειας» που οδήγησε στο θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους.

Στην περιήγηση μας βιώσαμε πως ένιωθαν όσοι γνώριζαν ότι πλέον η πιθανόν σύντομη υπόλοιπη ζωή τους θα ήταν πίσω από αυτούς τους φράχτες και οι μόνοι που θα την παρακολουθούσαν θα ήταν οι στρατιώτες στα φυλάκια και τους ψηλούς πύργους περιμετρικά του χώρου.

Εικόνες που θλίβουν και σοκάρουν σε ένα χώρο που έρχεται να μας θυμίσει ότι όσο υπάρχει πόλεμος, παύει να υπάρχει ζωή.


2 Σχόλια

  1. (Απόσπασμα από το » Οι Σειρήνες της ξενιτιάς»
    «Μπλεγμένη στην ανάπνα του έφερνε από μακριά
    μία βαριά και πνιγερή, ανθρώπινη σκιά, μια σκιά που κάψανε παλιά, σ’ απάνθρωπα στρατόπεδα
    της κεντρικής Ευρώπης άναψαν πυρκαγιά.
    Χαρές τρελές που κάνανε! Και ήταν όλοι τους,
    κάτω απ’ τη στολή, σαν τέρατα, ψηλοί και γαλανοί!
    Σκλάβοι στο μίσος το τυφλό, τύραννοι, σαδιστές,
    δούλοι πιστοί στο φασισμό, δεν άκουγαν φωνές·
    μήτε ακόμη των παιδιών, τους έφταιγαν κι αυτές!
    Φοβούμενοι μην πάρουνε, όταν θα ανδρωθούν,
    εκδίκηση για τα φριχτά εγκλήματα,
    τα καίγαν ζωντανά.
    Και να, μες στους αγέρηδες δεν πάψαν οι φωνές
    ν’ ακούγονται αχνές, κάπως σαν θρόισμα
    των φύλλων, αθώες πνοές να δίνουν συμβουλές.
    Κι ακόμα, εκείνες οι σκιές, να ψάχνουν πότε μέσα
    σ’ εκκλησιές και πότε μες στα μνήματα,
    μήπως και βρουν σ’ ένα σταυρό αγαπημένου όνομα π
    ου χάθηκε στη μαύρη καταχνιά.
    Εκείνη η πίκρα της φωτιάς που χάλασε πολλά,
    αφήντευσε κι εδώ πάρα πολύ καιρό και άρχισαν
    οι άνθρωποι σιγά να τα τοποθετούν κάπου σε μια μεριά,
    που να ’ναι πάντα ζωντανά, ποτέ μη τα ξεχνούν.
    Μέχρι που φτάνει ο άνεμος αυτός και τα ξυπνά ξανά και να θυμίζει γοερά, ψηλά φουγάρα και καπνούς που φεύγαν μ’ αναστέναγμα
    του κόσμου οι ζωές, που όμως μείναν αθάνατες, δεν πέθαναν ποτέ.
    Κι εδώ στον τόπο μας, τάφοι πολλοί ομαδικοί
    απ’ το κροτάλισμα και θέρισμα των οπλοπολυβόλων που σπέρναν τα θεριά, έμεινε ο σκληρός και πικρός απόηχος και φτάνει ως τις μέρες μας και σ’ όλες τις μεριές καθώς και οι σκιές απ’ τις κρεμάλες
    που στήνανε στις πλατείες, στις πόλεις, στα χωριά και φεύγανε των νέων αθάνατες ζωές, άγγελοι γίναν με φτερά και κοφτερά σπαθιά και φύλαγαν και μας φυλούν με μάτια ορθάνοιχτα.
    Κι όταν το σκότος βλέπουνε πως έρχεται ξανά,
    φωνάζουν δυνατά:
    «Έχετε μάτια ανοιχτά κι ολόρθα τα κορμιά. Ποτέ εμπιστοσύνη σ’ εκείνα τα σκυλιά που μοιάζουνε σαν λύκοι κι αλλάζουνε μονάχα την τρίχα την παλιά. Τώρα σας θέλουν για δουλειά να σιάξουνε
    τη συμφορά. Μα θα ’ρθει πάλι ο καιρός σαν γίνουν δυνατοί, τα δόντια θα τροχίσουνε ξανά απ’ την αρχή, βραχνάς τρανός θα γίνεται για κείνη τη φυλή!»
    ….