Η ελληνική γλώσσα, τα λάθη των μαθητών και τα πάθη γενικά!

Ευαγγελία Γραμμένου φιλόλογος στο ΓΕΛ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ

Με αφορμή το ενδιαφέρον άρθρο του ΚΡΗΝΗ LIVE για τις λέξεις της θεσσαλικής διαλέκτου οι οποίες χάνονται καθώς χάνονται οι φυσικοί ομιλητές της και μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην ντοπιολαλιά και τη νεοελληνική δημοτική γλώσσα, γράφω τούτες τις αράδες.
Αναντίλεκτα η ελληνική γλώσσα (όπως και όλες οι γλώσσες) είναι σπουδαία, όχι γιατί έχει εξωγήινη προέλευση, όπως ισχυρίζονται οι επαγγελματίες «πορτοκαλιστές» -εκ του Έλληνα μετανάστη Γκας Πορτοκάλος, ο οποίος σε όλες τις λέξεις έβρισκε και μια ελληνική ρίζα- αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή είναι μια γλώσσα πλούσια και ζωντανή.

Ως μια τέτοια γλώσσα δεν θα μπορούσε να είναι ούτε θεόσταλτη, ούτε ανάδελφη, ούτε φυσικά να διεκδικεί ανιστόρητα πρωτεία παλαιότητας και δήθεν ανωτερότητας έναντι των άλλων γλωσσών απ’ τις οποίες δεν έπαψε να επηρεάζεται αλλά και να επηρεάζει.

Ο μεγαλύτερος σεβασμός απέναντι στη γλώσσα την οποία έτυχε να μιλάμε και με την οποία να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας και έξω μας, είναι η αποδόμηση των εθνικιστικών μύθων που την περιβάλλουν.
Τα αρχαία ελληνικά καθαυτά, είναι νεκρή γλώσσα, επειδή δεν έχει φυσικούς ομιλητές (δηλ. που να την έχουν μητρική γλώσσα). Το ίδιο άλλωστε ισχύει και με τα λατινικά, κι αυτά νεκρή γλώσσα θεωρούνται εφόσον δεν χρησιμοποιούνται στην παραγωγή νέου χρηστικού λόγου πχ στα δελτία ειδήσεων.
Ότι η ελληνική δεν είναι μία και ενιαία γλώσσα ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα αρχαία κείμενα τα διαβάζουμε σε μετάφραση, τα θεατρικά έργα τα βλέπουμε σε μετάφραση επίσης.
Άρα τι;
Η ελληνική γλώσσα είναι σαν το πλοίο του Θησέα. Οι Αθηναίοι είχαν χτίσει έναν ωραίο ναύσταθμο όπου το τιμημένο πλοίο αναπαυόταν. Κάθε που σάπιζε ένα σανίδι το άλλαζαν. Τελικά άλλαξαν όλα τα σανίδια. Οπότε, ήταν ακόμα το πλοίο του Θησέα ή όχι; Η απόφαση (αν είναι ή όχι το ίδιο πλοίο) είναι πολιτική, όπως και πολλά άλλα και η παιδεία κυρίως και πρωτίστως.
Μια άλλη άποψη μάλλον πεσιμιστική και αφόρητα παρελθοντο-λάγνα, είναι η άποψη περί παρακμής της γλώσσας.
Προσωπικά- και τούτο ερείδεται και στην καθημερινή επαφή με τους μαθητές του λυκείου- αμφιβάλλω για το ότι η γλώσσα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα βρίσκεται σε παρακμή, ότι απειλείται, ότι κινδυνεύει, ότι κοντεύει να εξαφανιστεί, ότι θα πάθει αφελληνισμό· ίσως, το μόνο που θα λέγαμε, είναι ότι το διάβασμα και ο γραπτός λόγος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη ίσως και σε όλο τον κόσμο, δοκιμάζεται από την επέλαση της εικόνας, από τα πολύ περισσότερα ερεθίσματα που είναι σήμερα διαθέσιμα. Ότι τα παιδιά δεν διαβάζουν όσο και όπως άλλοτε, δεν είναι ελληνικό και μόνο χαρακτηριστικό.
Αντίθετα, αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχουμε παραγωγή συγκροτημένου λόγου περισσότερη από οποιαδήποτε άλλη εποχή από τότε που μιλιέται η ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα πόσες εφημερίδες κυκλοφορούν σήμερα και πόσες το 1960, πόσοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, κανάλια, θα συμπεράνουμε ότι η σημερινή ποσότητα λόγου είναι συντριπτικά περισσότερη -και μιλάμε για συγκροτημένο λόγο. Επομένως, η γλώσσα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι άλλες εκφάνσεις της ζωής· στο κάτω-κάτω, δεν είναι όλα λυμένα στην Ελλάδα ώστε και η γλώσσα να είναι τέλεια. Ότι τα νέα παιδιά κάνουν ανορθογραφίες, αυτό υπήρχε πάντα· συγκριτικά στοιχεία δεν υπάρχουν και μην ξεχνάμε ότι σήμερα, ή έστω προ κρίσης, το ποσοστό των νέων που φοιτούσαν ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι παλιότερα.
Η ορθογραφία της νεοελληνικής λοιπόν θα συνεχίσει να απλοποιείται με πολύ αργούς ρυθμούς, και θα εξορθολογίζεται, πράγμα που δεν σημαίνει πάντοτε απλοποίηση. Για παράδειγμα, συνιστά τρέλα σύμφωνα με την οποία η πορεία γράφεται με ει αλλά η πρωτοπορία με ι, ενώ αντίθετα η μαντεία γράφεται με ει, αλλά και η χαρτομαντεία επίσης με ει.
Ας μην πανικοβαλλόμαστε λοιπόν γονείς και διδάσκοντες από τα λάθη ή τις πολυτυπίες στη γλώσσα μας, προβάλλοντας «ωσεοπάθειες» ( γενικευμένη χρήση του ως αντί του σαν) ή «οξείες γενικομανίες» (να θέλουμε δηλαδή καλά και σώνει να συντάσσουμε τα ρήματα με γενικές πχ: «δράττομαι της ευκαιρίας»).
Ας έχουμε λοιπόν κατά νου ότι η γλώσσα εκτός του ότι συνιστά τον κόσμο μας, μπορεί και αντέχει μόλο που εμείς εξαπολύουμε θεριά να τηνε φάνε, όπως έγραψε και ο Σεφέρης.

1 Νίκος Σαραντάκος, «Γλώσσα μετ’ εμποδίων», εικοστός πρώτος αιώνας, 2007.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *