Μάχη επιβίωσης για τους ιδιοκτήτες παντοπωλείων

Ο πρόεδρος του Σωματείου Παντοπωλών και Σουπερ Μάρκετ Ν. Τρικάλων κ. Αγησίλαος Μαρκαντώνης, με καταγωγή από το Γριζάνο, περιγράφει στο ΚΡΗΝΗ LIVE τα προβλήματα του κλάδου

Άνισο «πόλεμο» με αθέμιτα μέσα αποτελεί η ανεξέλεγκτη διείσδυση και ραγδαία εξάπλωση των μεγάλων σουπερ μάρκετ στην ελληνική αγορά σε βάρος των ελληνικών μικρών και μεσαίων μαγαζιών ειδών τροφίμων και ποτών, των παραδοσιακών παντοπωλείων.

Δεκάδες ιδιοκτήτες μικρών παντοπωλείων που λειτουργούν στις γειτονίες και στους επαρχιακούς Δήμους των Τρικάλων και ευρύτερα της χώρας, έχουν ήδη «προγραφεί» από τις πολυεθνικές και τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Μετά από ένα διάστημα ανασύνταξης με εξαγορές και συγχωνεύσεις, οι μεγάλες εταιρίες, που παράλληλα βρίσκονται σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ τους, σχεδίασαν και συνεχίζουν να σχεδιάζουν τη συστηματική εξάπλωσή τους, ανά την Ελλάδα, σε σημεία δηλαδή που μέχρι σήμερα κατείχαν και κατέχουν οι μικροί επαγγελματίες.

Η επέλαση των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, κατά τα φαινόμενα, σιγοντάρεται από την πολιτεία, όπου με τις αποφάσεις που ελήφθησαν έδωσε «γη και ύδωρ» στους μεγαλοεπιχειρηματίες.

Ο αφανισμός των μικρών παντοπωλείων άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του΄90 με ένα πλέγμα μέτρων και νόμων, όπως πολεοδομικές ρυθμίσεις, απελευθέρωση του ωραρίου, ειδικές πολιτικές πωλήσεων κ.τ.λ. και ολοκληρώθηκε με νόμους, όπου τα πολυκαταστήματα αυτά, γνωστά ως υπερμάρκετ και αλυσίδες τροφίμων, λειτουργούν 6 και 7 ημέρες την εβδομάδα από 13 έως και 15 ώρες το 24ωρο.

Σήμερα τα 150 περίπου παντοπωλεία που λειτουργούν στο νομό των Τρικάλων βιώνουν μια δύσκολη κατάσταση. Φτάνει να σημειωθεί ότι σήμερα στην πόλη των Τρικάλων λειτουργούν 35 περίπου παντοπωλεία, όταν το 2010 στην ίδια περιοχή ο αριθμός κυμαινόταν τα 60 – 65. Η μείωση αυτή κατά 50%, αποτέλεσε συνέπεια των προβλημάτων και του αθέμιτου ανταγωνισμού από τις πολυεθνικές που δεν άφησε περιθώρια για επιβίωση αυτών των επιχειρήσεων. Ο πρόεδρος του Σωματείου Παντοπωλών και Σουπερ Μάρκετ Ν. Τρικάλων κ. Αγησίλαος Μαρκαντώνης, με καταγωγή από το Γριζάνο του Δήμου Φαρκαδόνας, περιγράφει την επικρατούσα κατάσταση σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο.

«Με νύχια και με δόντια»

Ο κ. Αγησίλαος Μαρκαντώνης διατηρεί τα τελευταία χρόνια παντοπωλείο στην καρδιά της πόλης των Τρικάλων. Μια οικογενειακή επιχείρηση, όπως εξάλλου είναι η πλειονότητα των συγκεκριμένων μαγαζιών. Τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει τα ηνία του Σωματείου μιας και εκλέχτηκε πρόεδρος του Δ.Σ. και είναι ένα από τα πρόσωπα στα οποία καταθέτουν οι συνάδελφοι του παράπονα και προβλήματα.

«Ο κλάδος των παντοπωλών συρρικνώθηκε τα τελευταία χρόνια από τα πάσης φύσεως πολυκαταστήματα, σήμερα οι ελάχιστοι παντοπώλες που έμειναν είναι σε τραγική κατάσταση και προσπαθούν να διατηρήσουν τα μαγαζιά με νύχια και με δόντια. Για να επιβιώσουν αναγκάζονται να βρίσκονται στο κατάστημά τους όλες τις ώρες της ημέρας και να δουλεύουν 15 ώρες, χωρίς βέβαια να έχουν την δυνατότητα να προσλάβουν προσωπικό. Αρκετοί από αυτούς έκλεισαν τα παντοπωλεία, λαμβάνοντας είτε το δρόμο της ξενιτιάς, είτε αλλάζοντας επάγγελμα», ήρθε να εξηγήσει ο κ. Μαρκαντώνης και πρόσθεσε:

«Στην παρούσα φάση αντέχουμε στην πίεση, δεν ξέρουμε όμως για πόσο θα συμβαίνει αυτό, μιας και ο αθέμιτος ανταγωνισμός είναι μεγάλος».

Αναβαθμίστηκαν 

Μπροστά στην πίεση που δέχτηκαν και δέχονται τα μικρά παντοπωλεία και σουπερ μάρκετ από τα πολυκαταστήματα οι ιδιοκτήτες τους έλαβαν μια σειρά μέτρων με την προϋπόθεση ότι θα καταφέρουν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις. Δυστυχώς σύμφωνα για τους ιδίους δεν κατάφεραν πολλά καθώς ο ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα μεγάλος.

«Ο παντοπώλης μπροστά στην άναρχη έλευση των πολυκαταστημάτων προσπάθησε να αντιδράσει. Οργάνωσε την επιχείρησή του, εκσυγχρονίστηκε αλλά δυστυχώς, όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα κάθε είδους προβλήματα», σημείωσε ο κ. Μαρκαντώνης.

Ο ίδιος δεν παρέλειψε να σταθεί στους φιλικούς δεσμούς που συνδέουν τους ιδιοκτήτες παντοπωλείων και τους καταναλωτές καθώς και στην ποιότητα των προϊόντων που διαθέτουν.

«Δεν πουλάμε προϊόντα αμφιβόλου ποιότητας, όσο για τους καταναλωτές που μας επισκέπτονται υπάρχει ένα δέσιμο μεταξύ μας, μια διαφορετική σχέση που δεν μπορεί να αναπτυχτεί στα πολυκαταστήματα», σημείωσε καταλήγοντας.