Η  τηλεόραση παράθυρο στον πολιτισμό ή  η ουτοπία της μυωπίας;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟΥ

Φιλόλογος στο ΓΕΛ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ

 Το συγκεκριμένο κείμενο γράφεται με αφορμή το άρθρο που αναδημοσιεύει το krinilive για την εποχή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Το συγκεκριμένο άρθρο συλλήβδην καταδίκασε τον ελληνικό κινηματογράφο ως μπροσούρα προπαγανδιστική- πράγμα το οποίο φυσικά ίσχυε αρκετά συχνά, δίχως να υπεισέλθει στα ενδότερα του σύνθετου ελληνικού πολιτισμικού γίγνεσθαι. θα προσπαθήσω λοιπόν να δώσω τη δική μου οπτική με κάποιες διαφοροποιήσεις.

Η  τηλεόραση παράθυρο στον πολιτισμό ή  η ουτοπία της μυωπίας;

Ο κόσμος της τηλεόρασης είναι ένα πολύχρωμο show δίχως κουρτίνες αλλά συχνά με θεάματα μόνο κατ’ επίφαση πολιτισμικά. Όσο πληθαίνουν τα κανάλια τόσο το καθεστώς ασυδοσίας  και άγριου ανταγωνισμού εντείνεται και η ποιότητα… εκπίπτει.:  αυθαιρεσίες, μη τήρηση της δεοντολογίας, αγώνας άγονος για διαφημιστικό χρόνο και ώρες υψηλής τηλεθέασης λυμαίνονται τα νερά της τηλεόρασης και αφ ’ετέρου ο πολίτης αδυνατεί να ασκήσει πλέον εξουσία στο θολό τηλεοπτικό τοπίο. Η βιομηχανία του θεάματος δικαιώνει το όνομά της προσφέροντας «άρτο και θεάματα» μετασχηματίζοντας τον λόγο και την αντικειμενικότητα σε ιστορία και κυριαρχία της εικονοποιίας.  Και τούτο είναι κρίμα.

Όταν πρωτοεμφανίστηκε η τηλεόραση στα σπάργανά της, παίρνοντας στα σπίτια μας τη θέση της Εστίας- θέση περίοπτη- γεννήθηκε η έμπεδη πίστη πως θα πραγματωθεί η διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων των πολιτών, θα επιτευχθεί η επαφή με κουλτούρες και γλώσσες, με την Παιδεία άρα θα γίνει μια ρεαλιστική προοπτική η δημιουργία ενός πολυπολιτισμικού πολίτη που θα εμφορούνταν από τα ιδανικά του κοσμοπολιτισμού δίχως εθνικιστικές παρωπίδες. Φευ!  Όνειρο ήταν και πάει.

Η tv μετατράπηκε σε  trash και έφερε μια πλημμυρίδα από: κιτρινισμούς, μελό, βιαιότητα, γλωσσική εκβαρβάρωση, πολιτιστική αβιταμίνωση, θεοποίηση της μετριότητας, αποθέωση του κιτς, εθισμό στη  decadence, απολιτική συμπεριφορά, δαιμονοποίηση του πνευματικού, ενθρόνιση της χαμέρπειας. Ο  Jack  Gould μίλησε για την επήρειά της ως ναρκωτικό και εμείς αποδειχτήκαμε ευεπίφοροι και με σθεναρές αντιστάσεις.

Κι όμως. Παρόλο που αναρωτιόμαστε συχνά τι τρώει αυτό το τέρας και ξερνάει τέτοια προγράμματα-  συχνά δια όλη την οικογένεια-  πρέπει να υπάρχει ελπίδα. 

Το ελληνικό σινεμά είναι ο μπέντζαμιν Μπάτον!

Το ελληνικό σινεμά καθώς περνούν τα χρόνια μοιάζει να απαλλάσσεται από τις ρυτίδες και το γήρας του και να ξανανιώνει βρίσκοντας το καθαρό μονοπάτι για να διαβεί, και να εξεικονίσει (δίχως παραμορφωτικούς καθρέφτες, εξωραϊσμούς και κακές μιμήσεις), επιτέλους,  ωραία την πραγματικότητα κι όχι την ωραία ή άσχημη πραγματικότητα. Εξ ού και ο συνειρμός με την ενδιαφέρουσα ταινία Μπένζαμιν  Μπάτον.

Ανατρέχοντας λοιπόν στο χθες, πάμε στο 1950 όπου ζει και βασιλεύει το παλιό ελληνικό σινεμά. Τίτλοι όπως δεσποινίς ετών 39 η κυρά μας η μαμή, βρίσκονται στις πρώτες θέσεις:  ιστορίες απλών ανθρώπων, η ξενιτιά, οι προλήψεις και η αμορφωσιά της υπαίθρου, οι κοινωνικές διαβαθμίσεις, εικόνα της δημόσιας ζωής, η διασκέδαση, τα μπουζούκια, το ντύσιμο, τα στερεότυπα, η κατωτερότητα της γυναίκας, η δικαίωση η τιμιότητα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο τελικό χάπι εντ.

Πίσω στο 1960 το κοινό παρακολούθησε ταινίες όπως ραντεβού στην Κέρκυρα, επιχείρηση Απόλλων.  Βλέπουμε φυσικά να υπάρχει το δράμα και να εμφιλοχωρεί και κάποια ανηθικότητα και ελευθεριότητα στο πανί, να υπάρχει μια τυποποίηση στους τύπους που παρελαύνουν στην οθόνη, αλλά υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός ταινιών με φουστανέλα που συνιστούν το αντίδοτο του εξαστισμού και μια λαογραφική και ηθογραφική κινηματογραφική ενατένιση της ελληνικής κοινωνίας. Οι ομορφιές της Ελλάδος και η ομορφιά της ψυχής των ελλήνων δεσπόζει και σιγά σιγά περνάνε κάποια ψήγματα για αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας έστω και αποτυχημένα.

Με τη δεκαετία του 70 περνάμε πια στον νέο ελληνικό κινηματογράφο.  Η αναπαράσταση του Αγγελόπουλου, ο θίασος, οι κυνηγοί  αλλάζουν το προφίλ του σινεμά. Η ελληνική κοινωνία μετά τη δικτατορία, ψάχνει το στίγμα της και ενώ τα ιδεώδη εξακολουθούν να είναι οικογένεια, τιμή,  επιχειρείται και μια αποσκίρτηση.  Το καλό και το κακό, ο τύπος του αντιήρωα, η κοινωνικές και πολιτικές δομές, θίγονται δίχως να αποφεύγεται η παρουσίαση των πολιτικών ιδεολογιών και η άμεση ή έμμεση αναφορά. Το σινεμά υποχωρεί σε δημοφιλία με την έλευση της τηλεόρασης και τα εισιτήρια μειώνονται.

Εν ολίγοις το σινεμά δημιουργεί ένα παλίμψηστο της ελληνικής κοινωνίας με πολλές επιχωματώσεις όχι πάντα καλλιτεχνικές αλλά πάντως με ιστορική και συναισθηματική  σημασία πια.

Παρέλαση, μπακαλιάρος και μια κυρά Φροσύνη για τη χώνεψη…

Είθισται πλέον και συνιστά κανόνα απαράβατο, μέρος του εορτασμού των εθνικών μας επετείων να αποτελούν και οι ελληνικές ταινίες εποχής.

Γιατί;

Μα αποτελούν μια φθηνή λύση των καναλιών (οποία πεζότης!) και με ακίνδυνο, τουτέστιν απλοϊκό και απλουστευτικό τρόπο συντελείται η ανύψωσις του εθνικού φρονήματος, διδάσκεται ή υπενθυμίζεται η ιστορία. Εντάξει όχι με ντοκουμενταρίστικο τρόπο και με παρουσίαση πηγών αλλά με καλτ τρόπο και έμφαση στο φολκλόρ και το ερωτικό στοιχείο.  Το κοινό που παρακολουθεί φανατικά αυτό το είδος εξακολουθεί να υπάρχει αλλά μάλλον περιορίζεται. 

Ολίγο τσαρούχι, ολίγη έξαψη εθνική και λίγο δράμα ιστορικό δεν έβλαψε στις ιστορικές επετείους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *