Για το Ξεφύλλισμα Ζωής και την κατάκτηση του Κάστρου μιλάει σε δύο ποιήματά του ο Γιώργος Αλεξανδρής

Το δικό του ξεφύλλισμα ζωής μέσω από τον ποιητικό του λόγο πραγματοποιεί μέσα από το πρώτο ποίημά του ο συντοπίτης, συγγραφέας – ποιητής, Γιώργος Αλεξανδρής. Ο Γιώργος Αλεξανδρής ανατρέχει σε βάθος χρόνου, αναδεικνύοντας τα δικά του συναισθήματα, τις σκέψεις, τα όνειρα που παραμένουν άσβεστα στα έτη.

Το νέο του ποίημα τιτλοφορείται «Ξεφύλλισμα Ζωής» και παρουσιάζεται μέσω της «ΚΡΗΝΗ LIVE».

ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΖΩΗΣ

Παιχνιδιάρα η βροχή,
σιγοψιθύριζε τα ερωτόλογά της
στη μάγισσα νύχτα
και τ’ αδέσποτο τ’ ανέμι,
αλήτευε με γλυκοσφυρίγματα
σε φυλλωσιές και σοκάκια.
Και στάθηκα πίσω απ’ το τζάμι,
έμπλεος της θωριάς και της σκιάς σου,
ταξιδευτής στη θύμησή σου
και νοσταλγικά ατένισα
το κρυφομιλητό και την παράκληση
των μελαγχολικών σου ματιών.
Και αφέθηκα στην ιερή άβυσσο
της πεθυμιάς και της λαχτάρας,
ανάμνηση να σε κρατήσω
καθώς ερχόσουν απ΄το βάθος του χρόνου
πρωτάκουστο αντιφώνημα,
σαγήνεμα και κάλεσμα χαράς.
Ξημέρωνε μ’ έναν ζωγράφο ήλιο,
να κοκκινίζει στο σύδεντρο της αυλής
τ’ απόβροχου τις δροσοσταλιές.
Και στεκόμουν ακόμη εκεί,
λυράρης στο φέγγισμα της αυγής
και της αγάπης τραγουδιστής.
Άπλωνε φτερά ζωής ο νους,
σμίλευε καρτέρεμα η ψυχή,
τα δυο σου μάτια η ανατολή.
Κι όλο να ξεφυλλίζω όνειρα
κι όλο στην ομορφιά σεργιάνι,
με της βροχής το γλυκομίλημα,
το παρακαλετό τ’ ανέμου
και του ήλιου το βλέμμα.

Ο δρόμος και ο αγώνα για να κατακτήσεις «Το Κάστρο» είναι μακρύς

Το δικό του Κάστρο στήνει μέσα από το δεύτερο ποίημά του ο συντοπίτης συγγραφέας – ποιητής Γιώργος Αλεξανδρής. Ανεβαίνει το δρόμο που οδηγεί στις πύλες πραγματοποιώντας τους στόχους του. Εξάλλου ο δρόμος για το κάστρο είναι μακρύς και χρειάζεται κόπο για να τον κατακτήσεις. Εξάλλου κάθε κάστρο και κάθε κορυφή χρειάζεται αγώνα για να κατακτηθούν.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Το κάστρο που ορθώνεται έχει μεγάλα τείχη.
Τις πύλες έχει σφαλιστές και το φυλάνε δράκοι.
Ο Ρήγας που το έχτισε λίγες φορές γρικήθη
να το θωρεί  από κοντά ανθρώπινο δισάκι.

Το βλέπει η νύχτα χαίρεται, ο ήλιος καμαρώνει,
η πλάση παίρνει χρώματα, στολίζει και μαγεύει,
δροσιά και χάδι ο άνεμος και το γλυκό αηδόνι,
κελάηδημα  στα δίκλωνα τον κόσμο να γητεύει.

Στην πύλη ίσια οδηγεί ένας μεγάλος δρόμος.
Ρυάκια δεξιά κι αριστερά και πιο ψηλά αναβρύζει
μια βρύση που έχει μέσα του βράχος ξερός και μόνος
πετούμενα να πίνουνε, διαβάτες να δροσίζει.

Πολέμαρχοι εστήθηκαν μπρος στα μεγάλα τείχη,
το κάστρο να πατήσουνε τον Ρήγα να συλλάβουν
και ρίχνουν βέλη σύννεφα τ’ αρματωμένα πλήθη,
στο γιόμα να αγκιστρωθούν, το δείλι να προλάβουν.

Την μάχη οι δράκοι την κρατούν αιώνια φωτιά.
Ο πόθος της κατάκτησης κρυφά την συνδαυλίζει
και πέφτουνε αιμόσταχτα τ’ ανθρώπινα κορμιά,
μπροστά στο κάστρο τ’ άπαρτο που χαλασμό βουίζει.

Η νύχτα φτιάχνει δόρατα κι η μέρα τα ξοδεύει.
Κρατούν δυνάμεις το πρωί τις χάνουνε στο γιόμα.
Η μάχη συνεχίζεται και τον καιρό τους κλέβει
κι επίδοξοι οι πολέμαρχοι το πολεμούν ακόμα.

Στα βέλη μένει άπαρτο, μ’ αλαλαγμούς δεν πέφτει.
Κοντάρια κι αν μουγκρίζουνε σπαθιά και αν σφυρίζουν,
θα μένει πάντα άπαρτο και θέλει πρώτο κλέφτη
να έχει σπίθες στην καρδιά και μάτια να βιγλίζουν.

Την μάχη άφησαν ορθή πολεμιστές τεχνίτες
και μες στο δάσος το πυκνό, ζητούνε μονοπάτια.
Κρυφά στον πύργο ανέβηκαν οι καστροπολεμίτες
και τώρα από μέσα τα πατούν, του Ρήγα τα παλάτια.».


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *