Μειωμένο μέχρι στιγμής το ενδιαφέρον για το πετρέλαιο θέρμανσης

Ανησυχούν οι πρατηριούχοι σε τοπικό και πανθεσσαλικό επίπεδο λόγω της σταδιακής μείωσης των παραγγελιών

Τρία περίπου 24ωρα μας χωρίζουν από την έναρξη της διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης. Αν και κατά το παρελθόν τέτοια εποχή πολλοί καταναλωτές φρόντιζαν για τις παραγγελίες από τις πρώτες ημέρες της διάθεσης, τα δεδομένα για μια ακόμη χρονιά είναι ίδια. Οι παραγγελίες στα τοπικά πρατήρια υγρών καυσίμων είναι ανύπαρκτες.

Οι περισσότεροι καταναλωτές, οι οποίοι θα χρησιμοποιήσουν πετρέλαιο για τη θέρμανση οικιών και επαγγελματικών χώρων, επισκέπτονται σήμερα τα πρατήρια για να ρωτήσουν απλά, πόσο θα κυμανθεί η τιμή κι όχι για να προχωρήσουν σε παραγγελίες.

Για μια ακόμη χρονιά οι πρατηριούχοι υγρών καυσίμων βρίσκονται σε διαρκή ανησυχία λόγω της σταδιακής μείωσης στις παραγγελίες, που υπολογίζεται ότι αγγίζουν το 70%.

Η μείωση, που είναι διαρκής και κυμαίνεται μεσοσταθμικά από 10% έως 15% κάθε χρόνο, έχει οδηγήσει αρκετούς επαγγελματίες στην αναγκαστική λύση της πώλησης. Το κλίμα ανησυχίας διατηρείται ενόψει της έναρξης της διανομής πετρελαίου θέρμανσης στην ερχόμενη Τρίτη 15 Οκτωβρίου, με τις πρώτες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για τιμή που θα κυμανθεί από 1,05 έως 1,10 ευρώ ανά λίτρο, στην εκκίνηση της σεζόν.

Οι πρατηριούχοι υπογραμμίζουν ότι η φετινή τιμή είναι πιο κάτω από τα περσινά επίπεδα. Βασικό αίτημα των επαγγελματιών σε πανελλαδικό επίπεδο είναι η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης με τους βενζινοπώλες να αναφέρουν ότι ελπίζουν για το καλύτερο, για να καταφέρουν να επιβιώσουν επαγγελματικά.

Εντωμεταξύ με το βλέμμα στραμμένο στο επίδομα θέρμανσης βρίσκονται αρκετοί από τους καταναλωτές. Η κυβέρνηση εξετάζει δυο εναλλακτικά σενάρια αυξήσεων στα ποσά για το επίδομα θέρμανσης.

Το ένα προβλέπει αύξηση του βασικού επιδόματος κατά 20%, από τα 0,16 στα 0,192 ευρώ ανά λίτρο πετρελαίου.

Το άλλο σενάριο, προβλέπει αύξηση του βασικού ποσού κατά 25%, από τα 0,16 στα 0,20 ευρώ ανά λίτρο.

Υπενθυμίζεται ότι το συγκεκριμένο επίδομα καταβάλλεται κάθε χρόνο σε εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά με τη μορφή επιδότησης της αγοράς συγκεκριμένης ποσότητας, βάσει γεωγραφικών, εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων.