Ποίημα το Κάστρο

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Το κάστρο που ορθώνεται έχει μεγάλα τείχη.
Τις πύλες έχει σφαλιστές και το φυλάνε δράκοι.
Ο Ρήγας που το έχτισε λίγες φορές γρικήθη
να το θωρεί  από κοντά ανθρώπινο δισάκι.

Το βλέπει η νύχτα χαίρεται, ο ήλιος καμαρώνει,
η πλάση παίρνει χρώματα, στολίζει και μαγεύει,
δροσιά και χάδι ο άνεμος και το γλυκό αηδόνι,
κελάηδημα  στα δίκλωνα τον κόσμο να γητεύει.

Στην πύλη ίσια οδηγεί ένας μεγάλος δρόμος.
Ρυάκια δεξιά κι αριστερά και πιο ψηλά αναβρύζει
μια βρύση που έχει μέσα του βράχος ξερός και μόνος
πετούμενα να πίνουνε, διαβάτες να δροσίζει.

Πολέμαρχοι εστήθηκαν μπρος στα μεγάλα τείχη,
το κάστρο να πατήσουνε τον Ρήγα να συλλάβουν
και ρίχνουν βέλη σύννεφα τ’ αρματωμένα πλήθη,
στο γιόμα να αγκιστρωθούν, το δείλι να προλάβουν.

Την μάχη οι δράκοι την κρατούν αιώνια φωτιά.
Ο πόθος της κατάκτησης κρυφά την συνδαυλίζει
και πέφτουνε αιμόσταχτα τ’ ανθρώπινα κορμιά,
μπροστά στο κάστρο τ’ άπαρτο που χαλασμό βουίζει.

Η νύχτα φτιάχνει δόρατα κι η μέρα τα ξοδεύει.
Κρατούν δυνάμεις το πρωί τις χάνουνε στο γιόμα.
Η μάχη συνεχίζεται και τον καιρό τους κλέβει
κι επίδοξοι οι πολέμαρχοι το πολεμούν ακόμα.

Στα βέλη μένει άπαρτο, μ’ αλαλαγμούς δεν πέφτει.
Κοντάρια κι αν μουγκρίζουνε σπαθιά και αν σφυρίζουν ,
θα μένει πάντα άπαρτο και θέλει πρώτο κλέφτη
να έχει σπίθες στην καρδιά και μάτια να βιγλίζουν.

Την μάχη άφησαν ορθή πολεμιστές τεχνίτες
και μες στο δάσος το πυκνό, ζητούνε μονοπάτια.
Κρυφά στον πύργο ανέβηκαν οι καστροπολεμίτες
και τώρα από μέσα τα πατούν , του Ρήγα τα παλάτια.

Γιώργος Αλεξανδρής, χειμώνας 1974