«Σκαλίζει» τα έργα του ο Γιώργος Αλεξανδρής και θυμάται

Μας παρουσιάζει ένα έργο του, το οποίο συνέγραψε το Δεκέμβρη του 1973 για να αναδείξει τις ομορφιές και την αγάπη για το χωριό του

Από το Δεκέμβριο του 1973 έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια, συμπληρώθηκαν τέσσερις δεκαετίες και πλέον οδεύουμε προς την πέμπτη. Κι αν τα χρόνια έχουν περάσει τα γραπτά μένουν, όπως φυσικά και τα έργα του συντοπίτη συγγραφέα-ποιητή, Γιώργου  Αλεξανδρή. Σήμερα ο ίδιος έρχεται να μας παρουσιάσει ένα έργο το οποίο είχε συγγράψει εκείνη την περίοδο για το χωριό του, το Πετρωτό Φαρκαδόνας.

Μέσω του έργου του, που είχε τιτλοφορηθεί «Στο Κάμπο του χωριού μου», παρουσιάζεται η αγάπη για τον τόπο καταγωγής του, οι ομορφιές του χωριού του, άγνωστα στοιχεία που τα γνωρίζουν μονάχα οι έλκοντες την καταγωγή.

Με την πένα του, ο συντοπίτης συγγραφέας – ποιητής, έρχεται να συγκινήσει και να συναρπάσει, τους αναγνώστες και δη, όλων εκείνων που έλκουν την καταγωγή από το χωριό.

Απολαύστε το…

ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ

Βγαίνω στου Βέρνου τις κορφές, τις πευκοστολισμένες,
το Βέρμιο πιάνω  από ψηλά σε μακρινές ραχούλες
και στις κορφές στα έλατα βγαίνω και αγναντεύω,
τον κάμπο της πατρίδας μου να δω της Θεσσαλίας.
Αχόρταγα τα μάτια μου να δούνε τα σπαρτά του,
βουνά που στέκονται γερτά, ποτάμια που κυλούνε,
τις βρύσες που αναβρύζουνε στους ίσκιους απ’ τα δέντρα,
κλαριά που συντροφεύουνε τ’ αηδόνια που λαλούνε,
ιτιές πανώριες λυγερές των ποταμών νεράιδες,
χωράφια που ποτίζονται, λιβάδια ανθισμένα,
ζευγάρια που οργώνουνε, κοπάδια  που βοσκούνε,
να θυμηθώ τα νιάτα μου την πρώτη δούλεψή μου,
μικρό παιδί σαν ήμουνα και έτρεχα στα χωράφια,
στις καλαμιές, στις μποστανιές, ξυπόλητος στις λάσπες,
τα πρωινά σαν έβαζα τα βόδια στο αλέτρι,
στην κάψα του καλοκαιριού που έτρεχα ιδρωμένος,
κάτω σε λεύκες σκιερές να δροσιστώ λιγάκι
και τα βραδάκια που ‘τρεχα μαζί με το φεγγάρι
σε ξένα αγροκτήματα σε καρποφόρα μέρη,
να κλέψω καρπούζια μυστικά χωρίς κανείς να ξέρει,
και ρόδια και ξινόμηλα απ’ του  γείτονα το μπαχτσέ.
Να βγάζω γελάδια στη βοσκή, τα πρόβατα στη στάνη,
τροβά στον ώμο για φαϊ, τη φτσέλα  για τη δίψα,
να’χω φλογέρα συντροφιά τους πόθους μου να παίζω
και γύρω μου τα σκυλιά  κρυφές  φωνές να βγάζουν
για να μαντεύω τον καιρό, τον ήλιο και το χιόνι,
να ξέρω πώς θα  νύχτωνε και πώς θα  ξημερώνει.
Μέρες πολλές να περπατώ ψηλά στ’ Αη-Λιά τη ράχη,
ν’ ακούω τσακάλια να βρυχούν και λύκους να ουρλιάζουν,
πουλάκια που τρομάζουνε μέσα στη φωλιά τους
και την καρδιά μου να χτυπά στα στήθια φοβισμένα,
να τρέμουνε τα χέρια μου, τα πόδια να λυγίζουν,
να πιάνω το κεφάλι μου να ‘ρθώ στα συγκαλά μου,
να τρέχω στους σκύλους αγκαλιά, το θάρρος να μη χάνω.
Με αγωνία να καρτερώ πότε θα ξημερώσει,
οι λύκοι να φύγουν να χαθούν, τσακάλια να λουφάξουν,
να βγει ο ήλιος λαμπερός, τη νύχτα για να διώξει,
να πάρω ύπνο ελαφρύ και πάλι σαν νυχτώσει,
να πιάσω  τη φλογέρα μου με τ’ άστρα να φιλιώσω,
πουλιά να παν να κοιμηθούν, η πλάση να σωπάσει
να πάρει λίγη ανασαιμιά κι αυτή να ξαποστάσει.
Να ‘χω καιρό να κατεβώ στο όμορφο  χωριό μου,
να ζω στον ήλιο, στη βροχή, πέρα στον Αη-Γιώργη
και πάνω στον  Κοτσίκοβο μακριά χωρίς μαντάτα,
οι κόρες να ζηλεύουνε να θέλουν να με δούνε,
και γράμματα να στέλνουνε επάνω να με βρούνε.
Σε πανηγύρια και χαρές πάντα να κατεβαίνω
και το χορό να στήνουμε οι καρδιακοί οι φίλοι
και με πολύχρονο κρασί τα νιάτα να γλεντάμε
κι όλο τον κόσμο του χωριού στο γλέντι να καλούμε
να νιώσουνε τα θέλγητρα που ‘χει η ζωή στον κόσμο.
Ψηλά στου Γράμμου τις κορφές βγαίνω και αγναντεύω
τους ζευγολάτες το πρωί που ζεύουνε και πάνε
χέρσους αγρούς να κάνουνε, μποστάνια να ποτίσουν
και τη σοδειά του σιταριού στ’ αμπάρια ν’ απιθώσουν.
Οι θημωνιές καμαρωτές να στέκονται στ’ αλώνια
ακόμη μια χρονιά να συναχθούν σιτάρια και κριθάρια
να μην πεινάει η φαμελιά μες στο βαρύ χειμώνα.
Οι στράτες γεμάτες οδηγούν στον Πήχτο, στον Κουλιώνη
κι ο Παπαστάθης θέριεψε απ’ της αγροτιάς  τα χέρια,
που τα λευκόφορτα και ανοιχτά βαμπάκια θα μαζέψουν.
Στη Βούλα άλλοι το τραβούν και άλλοι στο Παλιούρι,
στα κάρα άλλοι απανωτοί και άλλοι πεζοπόροι,
καρπούς να φέρουνε πολλούς και κόπους να κερδίσουν.
Μελισσολόι η εργατιά, στον κάμπο τώρα ζούνε
και μήτε το ηλιόκαμα μήτε βροχή κι αγιάζι
δεν τους τραβάει απ’ τη δουλειά και σπίτι δεν τους διώχνει,
παρά πίνουν τον ιδρώτα τους, χορταίνουνε το χώμα,
και σ’ αυτήν την άγια γη δουλεύουνε ακόμα.
Νιάτα παρθενικά και χρόνια περασμένα
σας πότισα σας τάισα στα μέρη εκείνα εκεί
βυζάξατε το γάλα της κι ήπιατε τη δροσιά της
χορτάσατε το χώμα της, φιλήσατε τη λάσπη
τον ήλιο αγαπήσατε, την ξέρα, το χαλάζι
και πάθος τώρα έγινε η πρώτη δούλεψή σας.
Αχ και να ‘φτανα εκεί σε περασμένα χρόνια,
ιδρώτα να γλείψω για νερό και χώμα για ψωμί μου
να νιώσω πάλι υστερνά σαν πρώτα παλληκάρι,
να κοιμηθώ στη χωραφιά, στη ζέστη, στο λιοπύρι,
να πότιζα τα σπλάχνα μου με της ανάβρας το νερό,
να έπαιρνα τ’ αλέτρι μου τον  κάμπο να οργώσω
και να ‘σβηνα το πάθος μου στην αγκαλιά σου μάνα γη.
Παραμεράτε, της Πίνδου ρεματιές, βουνά και λόγγοι
να φύγω από τ’ απόκρημνα να φτάσω στο χωριό μου,
στην Μπάγια, με  τα πολλά νερά και  τα ψηλά πλατάνια,
τον κάμπο της να ξαναδώ σ’ εκείνον για να ζήσω.
Να φύγω από το κρύο του βοριά  και ζέστη να ρουφήξω,
στην πράσινη απλωσιά να πάω να περπατήσω,
το χρυσοφόρο χώμα της να τρέξω να φιλήσω
και στο γιορτάσι της αγροτιάς να πάω να μεθύσω.

                                                                   Δεκέμβριος  1973